Διασχίζοντας πολλαπλά νοηματοδοτημένα σύνορα: Η μετακίνηση ως κρίση και κριτική

Ξεκινώντας, θα ήθελα να αναφέρω ότι η έρευνα της Διοτίμα-Κέντρο Γυναικείων Μελετών και Ερευνών με τον τίτλο “Girls on the Move in Greece” (2020) αποτελεί ένα υπόδειγμα διαχείρισης και προσέγγισης αφηγήσεων τραύματος, κυρίως διότι εξαρχής τολμάει να αναμετρηθεί με την ίδια της την ευαλωτότητα ή, πιο σωστά, με μια ευαλωτότητα που θα έπρεπε να διακρίνει όλες τις ερευνητικές προσπάθειες προσέγγισης της ετερότητας και των διαδικασιών ετεροποίησης. Πιο συγκεκριμένα, καθόλου τυχαία η έρευνα αυτή εκκινεί από και ταυτόχρονα θεμελιώνεται πάνω στο εξαιρετικά περίπλοκο και βαθιά αναστοχαστικό ερώτημα του πώς μπορούμε να ερευνήσουμε και να αναπαραστήσουμε επώδυνες ιστορίες ζωής χωρίς να αναπαραγάγουμε αυτό το τραύμα, δηλαδή τόσο τον προσωπικό στιγματισμό ατόμων και κοινωνικών ομάδων όσο και τον συνεπαγόμενο κοινωνικοπολιτικό τραυματισμό που επιφέρουν η αφήγηση και η αναπαράστασή του.

Αυτό το ευαίσθητα αναστοχαστικό ερώτημα θέλω να υποστηρίξω ότι, παραδόξως, θα έπρεπε να βρίσκεται και στην καρδιά της δημόσιας διαβούλευσης και κοινωνικής αναταραχής, που έχουν προκαλέσει οι συγκλονιστικές αφηγήσεις σεξουαλικής παρενόχλησης, κακοποίησης και βιασμών, οι οποίες έρχονται στην επιφάνεια καθημερινά τον τελευταίο καιρό, οδηγώντας και στις «αποκαλύψεις» της εμπλοκής σε δίκτυα συστηματικής κακοποίησης ανήλικων προσφύγων και προσφυγισσών, μεταξύ άλλων ατόμων, και του «γνωστού σκηνοθέτη και ηθοποιού» (όπως αρχικά επιβλήθηκε νομικά η αναφορά στο πρόσωπο του Δημήτρη Λιγνάδη), ενώ οι ηθικές και πολιτικές ευθύνες που βαρύνουν τις κυβερνητικές Αρχές συνεχίζουν να εκκρεμούν, θέτοντας επιτακτικά το θέμα της λογοδοσίας στην καρδιά της δημόσιας διαβούλευσης σήμερα.

Το παράδοξο της συσχέτισης των πρόσφατων ιστοριών σεξουαλικής παρενόχλησης, κακοποίησης και βιασμών, που κατακλύζουν την ειδησεογραφία αυτές τις μέρες με τα αποτελέσματα μιας έρευνας πεδίου που αναδεικνύει τις (α)δυνατότητες της δράσης των υποκειμένων, και συγκεκριμένα, των νεαρών προσφυγισσών, που έχουν υποστεί ή συνεχίζουν να υφίστανται καθημερινά έμφυλη βία, όπως και τις πολλαπλές επιπτώσεις της βίαιης διακυβέρνησης των εθνικών, πολιτισμικών, πολιτικών, οικονομικών, ηθικών αλλά και συναισθηματικών και σωματικών ορίων και συνόρων που διασχίζουν, δεν είναι απλώς αποτέλεσμα ενός λογικού συνειρμού που θα ερχόταν να συγκρίνει και να συνενώσει το άθροισμα διαφορετικών ιστοριών κακοποίησης διατρέχοντας τον κίνδυνο να αποεδαφοποιήσει την ιδιαιτερότητα της κάθε εμπειρίας. Αντιθέτως, όπως υποστηρίζω στη συνέχεια, το παράδοξο εδώ έγκειται στο ότι είναι αυτός ακριβώς ο δημόσιος «θόρυβος» που δημιουργείται εντέλει ο οποίος αποσιωπά τόσο κάποιες από αυτές τις ιστορίες δημιουργώντας ιεραρχήσεις ορατότητας, όσο και τις επιπτώσεις της δημόσιας αναπαραγωγής και άρα νομιμοποίησης της έμφυλης βίας εν γένει. Τέλος, ακόμα πιο καίρια έρχεται να αποδυναμώσει τη δυναμική που ενέχεται στη δυνατότητα σύνθεσης (και όχι ανταγωνιστικής σύγκρισης) των ιστοριών αυτών.

Το αναστοχαστικό ερώτημα που τολμηρά αναλαμβάνει την ευθύνη να θέσει η έρευνα αυτή ‒και το οποίο αποσιωπάται στη δημόσια σφαίρα, ειδικά όταν γίνονται απροβλημάτιστα αναφορές στην «αύξηση», στον «πολλαπλασιασμό» ή στην «ξαφνική έκρηξη» της έμφυλης βίας‒ μας καλεί να μετακινηθούμε από στερεοτυπικές ιδέες τις οποίες αναπαράγουμε ηθελημένα ή μη και να εστιαστούμε σε δύο πολύ κεντρικά ηθικά και πολιτικά ζητήματα: Το πρώτο έχει να κάνει με τη μεθοδολογία: Πιο συγκεκριμένα, μας καλεί να διερωτηθούμε: Πώς κάνουμε μια τέτοια έρευνα; Πώς ρωτάμε; Πώς ακούμε; Τι καταγράφουμε; Αλλά και πώς μεταφράζουμε το τραύμα της άλλης, ειδικά όταν αυτό πολλές φορές είναι μη μεταφράσιμο, όχι μόνο εξαιτίας μιας πιθανής πολιτισμικής ή γλωσσικής αδυναμίας, αλλά επειδή το ίδιο το τραύμα εμφανίζεται στις σιωπές, στα βλέμματα, στο ασυνείδητο και συνειδητό μπλοκάρισμά του ή στην απώλεια της μνήμης του, τόσο για τα υποκείμενα της έρευνας, όσο και για όσες εμπλέκονται σε αυτό το πεδίο; Και άρα με τρόπο κομβικό η έρευνα αυτή έρχεται να μας θυμίσει τις (α)δυνατότητες των εργαλείων της έρευνας αυτού του πεδίου, δηλαδή τόσο τους περιορισμούς, τις τρωτότητες και ευαλωτότητες, που διαπερνούν κάθε προσπάθεια να αγγίξουμε «ένα τραύμα» που τραυματίζει εκ νέου, όσο και την ανάγκη να αποφύγουμε τα εύκολα, πρόσκαιρα και επιφανειακά σενάρια ενδυνάμωσης, απελευθέρωσης και σωτηριολογίας, που αποτελούν την άλλη όψη του ίδιου νομίσματος. Με λίγα λόγια, πρόκειται για μια έρευνα που θέτει τη μεθοδολογία της σε άμεση αναμέτρηση με μια ηθικοπολιτική στάση διάρρηξης των βεβαιοτήτων.

Επομένως, το δεύτερο ζήτημα, που είναι άμεσα συνδεδεμένο με το πρώτο, έχει να κάνει με απορίες συνδεδεμένες με τη δεοντολογία της έρευνας που αναπόφευκτα διακατέχεται από έναν οραματισμό σχετικά με τις ευκταίες κοινωνικοπολιτικές αλλαγές και τους αντίστοιχους μετασχηματισμούς: Ποιος είναι ο στόχος / σκοπός αυτού του είδους της έρευνας; Ή ποιος είναι ο σκοπός της καταγραφής και αρχειοθέτησης τραυματικών εμπειριών; Ή για ποιους/ες καταγράφουμε αυτές τις ιστορίες ή ποιο είναι το ακροατήριο; Εξού και το ερώτημα σχετικά με το πώς θα μπορούσε να επέλθει η κινητοποίηση της κοινής γνώμης ή και της θεσμικής / κρατικής προστασίας δεν μπορεί να απαντηθεί με έναν απλό τρόπο, αν δεν εκπαιδευτούμε πρώτα στο να μπορέσουμε να ακούσουμε τέτοιες αφηγήσεις χωρίς να αποκαλούμε τις επιζώσες θύματα, θυματοποιώντας εκ νέου, χωρίς να εξωτικοποιούμε τη διαδικασία της ενδυνάμωσης και τις στρατηγικές επιβίωσης και ταυτόχρονα χωρίς να ουδετεροποιούμε την τραγικότητα της εμπειρίας αυτής, ειδικά όταν αυτός ο κίνδυνος υπάρχει επειδή ο «θόρυβος» εύκολα καταλαγιάζει. Θυμίζω ότι από το 2015 ο καταιγισμός από τις τραγικές εικόνες νεκρών πτωμάτων στη Μεσόγειο, που κυκλοφορούσαν ευρέως στα ΜΜΕ, το αίτημα προστασίας και ασυλίας, που μετέφεραν με τη μετακίνησή τους αυτοί οι πληθυσμοί, οδηγεί πλέον στο παράδοξο ότι κάποιοι/ες που μπορεί και να πήραν άσυλο δεν έχουν καμία υποστήριξη-χρηματοδότηση και βρίσκονται στο δρόμο (αντιμετωπίζοντας εκ νέου την σεξουαλική βία-βιασμό), όπως καταγράφουν, εν μέρει, και τα αποτελέσματα της έρευνας αυτής. Θυμίζω, επίσης, ότι λίγο πριν από την πανδημία ο καταιγισμός ειδήσεων για γυναικοκτονίες και ο «θόρυβος» που δημιούργησε όχι μόνο αποσιωπήθηκαν τελικά, αλλά μετέτρεψαν τη ρητορική περί «ατομικής ευθύνης» σε μια σχεδόν εγκληματική πολιτική διαχείρισης της έμφυλης βίας εντός της οικιακότητας, όπως δείχνουν τόσες έρευνες. Θυμίζω ότι πολλαπλασιάζονται οι συζητήσεις γύρω από όλα αυτά τα περιστασιακά, και η επίδραση αυτών των λόγων ως πυροτεχνημάτων δεν φαίνεται να ταράζει ή να αλλάζει κάτι στον διάχυτο μισογυνισμό και σεξισμό, ούτε καν να γίνεται κάποια σύνδεση με την αύξηση του ρατσισμού, της ισλαμοφοβίας, της ομοφοβίας και της τρανσφοβίας.

Με λίγα λόγια, «τα κορίτσια σε κίνηση», διασχίζοντας πολλαπλά νοηματοδοτημένα σύνορα που καθορίζονται από την ηλικία, τον πολιτισμό, το φύλο, την φυλή, την πολιτειότητα, την τάξη, τη σεξουαλικότητα, τη σωματική αρτιμέλεια και τη θρησκεία και έχοντας ζήσει ενδοοικογενειακή βία, σεξουαλική παρενόχληση / κακοποίηση και πολλαπλούς βιασμούς ‒σωματικούς και συμβολικούς‒ τόσο στις χώρες τους και στις διαδρομές τους, όσο και στην Ελλάδα, κάτι έχουν να μας πουν για το τι σημαίνει λογοδοσία του εαυτού, αρκεί να μπορέσουμε και εμείς να ακούσουμε.

Χαρακτηριστικά, και όπως καταγράφεται στην έρευνα της Διοτίμα, η μαρτυρία μιας νεαρής προσφύγισσας που λέει ότι «νόμιζα ότι δεν βιάζουν στην Ευρώπη» ή η αφήγηση μιας άλλης νεαρής από το Αφγανιστάν, που εξηγεί ότι ήρθε στην «Ευρώπη» για να ζήσει, επιτέλους, ελεύθερα σε σχέση με τη σεξουαλικότητά της, στον απόηχο της καμπάνιας του #MeToo, όπως και της πρόσφατης δολοφονίας της Zackie Oh!, στοιχειώνουν την άμεση σχέση που δημιουργείται μεταξύ ειρωνείας και τραγικότητας, όταν η «Ευρώπη» κατασκευάζεται ταυτόχρονα ως φαντασίωση διαφυγής, αλλά γρήγορα μετουσιώνεται στον γνώριμο εκείνο τόπο επιστροφής στη «βία». Και άρα εδώ θα πρέπει να αναρωτηθούμε, όχι με κυνισμό για την «αφέλεια» ενός ανήλικου κοριτσιού σε σχέση με το πώς αντιλαμβάνεται την εαυτή της (όπως και τη διαδρομή της και τις στρατηγικές επιβίωσής της), αλλά για το τι συλλογικές αναπαραστάσεις ή τι είδους φαντασιώσεις παράγει η ίδια η Ευρώπη για τον εαυτό της, όπως και για την «ωριμότητα» των δημοκρατικών θεσμών και διαδικασιών, που έχει επινοήσει η κοινωνία μας για να «προστατέψει» το τραύμα και τον τραυματισμό, ενώ αυτό αναπαράγεται καθημερινά μέσα από την επαναληπτικότητα ιστοριών βίας, βιασμών και δολοφονιών, που επικαλύπτονται και αποσιωπούνται (ακόμα και όταν ‒ή ειδικά όταν‒ διατυμπανίζονται με τρόπο που δεν αλλάζει δομικά τις συνθήκες αναπαραγωγής τους). Γι’ αυτό και οι αφηγήσεις των νεαρών αυτών γυναικών αντηχούν μια απαίτηση και για τη δική μας μετακίνηση, τον δικό μας αναστοχασμό, τη δική μας αντίστοιχη λογοδοσία, ενώ οι ίδιες έχουν ήδη λογοδοτήσει επώδυνα στις εαυτές τους με τις γενναίες αποφάσεις ζωής που έχουν πάρει και τις στρατηγικές επιβίωσης που συνεχώς αναλαμβάνουν. Και αυτό δεν θέτει απλώς σε κρίση ή υπό κρίση τα ίδια τα υποκείμενα που μεταναστεύουν, αλλά θέτει υπό κρίση και κριτική τη μεθοδολογία και τον οραματισμό, που συντροφεύουν τη γλώσσα την οποία χρησιμοποιούμε για να επικαλεστούμε / αναπαραστήσουμε την εμπειρία τους, κινητοποιώντας την άμεση ανάγκη για μια πιο ριζοσπαστική πλαισίωση της γλώσσας που εκκρεμεί να επανεπινοήσουμε προκειμένου να μιλήσουμε για αυτές αλλά και για παρόμοιες ιστορίες.

Όπως πολύ εύστοχα διατυπώνει η Δήμητρα Μακρυνιώτη στην Εισαγωγή του συλλογικού τόμου Παιδικές ηλικίες σε κίνηση, το παιδί φέρνει μαζί του «ένα κοινωνικό φορτίο» (2019, σ. 14) παρά τις στερεοτυπικές αποτυπώσεις του βιολογικού του προσδιορισμού και της αθωότητας, που νηπιοποιούν τις αποδέκτριες φροντίδας και προστασίας ανθρωπιστικής βοήθειας, καθιστώντας τες στερεοτυπικά βουβά θύματα (2019, σ. 41). Με αυτό τον τρόπο μάς θυμίζει ότι αυτά τα παιδιά ή οι ανήλικες δημιουργούν συλλογικότητες εν κινήσει, που «αξιώνουν εναλλακτικές θεωρητικές προσεγγίσεις πάνω στο “συνέρχεσθαι”, στις μορφές αντίστασης, διεκδίκησης, ανυπακοής, παρουσίας στον δημόσιο χώρο και αναδιαμόρφωσης των ορίων του τι είναι πολιτικό» (2019, σσ. 40-41).

Με άλλα λόγια, οι αφηγήσεις τους δεν έρχονται απλώς να προστεθούν σε ένα αριθμητικό / στατιστικό άθροισμα, αλλά ενισχύουν την ανάγκη να γίνει μια σύνθεση μιας κοινής μαρτυρίας που μας θυμίζει πόσο συστημική αλλά και βαθιά βιοπολιτική, πόσο πολιτισμική αλλά και ταυτόχρονα διεθνική είναι η εμπειρία της βίας αυτής.

Διερωτώμενη για το ποιος είναι ο ρόλος της γλώσσας στη συγκρότηση του υποκειμένου και πώς μπορούμε να επανασυγκροτήσουμε τις συνθήκες συγκρότησής του, η Τζούντιθ Μπάτλερ (Judith Butler) (2009) μας παρακινεί να σκεφτούμε τη λογοδοσία ως μια στιγμή κριτικής διερώτησης που ταράζει το Εγώ (την αυτοαναφορικότητα), ενώ επικαλείται την εμπειρία. Ταυτόχρονα, μας παρακινεί να σκεφτούμε τη λογοδοσία ως μια ηθική ευθύνη σχεσιακότητας και συνύπαρξης (πέρα από το μοραλισμό), ως μια στιγμή κρίσης των συνθηκών που πλαισιώνουν την ακουστότητα της αυτοπαρουσίασης μέσα από την ευαλωτότητα και ως μια στιγμή κριτικής σκέψης που καθορίζεται από το μόχθο της εργασίας που πρέπει να επιτελέσουμε.

Εντέλει, αυτή η έρευνα, αντλώντας αναλυτικά εργαλεία από την κοινωνική θεωρία, τη φεμινιστική φιλοσοφία και την κριτική ψυχαναλυτική προσέγγιση, όπως και από τις μετααποικιακές σπουδές και σπουδές φύλου, για να προσεγγίσει μεθοδολογικά, αναλυτικά και σε επίπεδο πολιτικών δράσης τα «κορίτσια σε κίνηση», τελικά, μας θυμίζει πράγματι αυτόν το μόχθο της εργασίας που πρέπει να καταβάλουμε για να μην αναπαραγάγουμε (με ή χωρίς την θέλησή μας) τον τραυματισμό, ή για να πλαισιώσουμε την ευαλωτότητα και για να εκπαιδευτούμε στην πολιτική της ακουστότητας, που αποτελούν ουσιαστικά ζητήματα εξαιρετικά καίρια στη διαδικασία παραγωγής μιας ηθικής της λογοδοσίας. Ταυτόχρονα, όμως, δεν είναι τραγικά παράδοξο ότι, ενώ αυτή η έρευνα αντεπεξέρχεται με υποδειγματικό τρόπο σε αυτόν το μόχθο παραγωγής γνώσης, ταυτόχρονα ζούμε σήμερα μια στιγμή αστυνόμευσης των ελληνικών πανεπιστημίων και της ακαδημαϊκής σκέψης και ελευθερίας, μια ιστορική στιγμή υπονόμευσης της διάδοσης της γνώσης και της δημόσιας εκπαίδευσης;

Αν δεν τα δούμε όλα αυτά ταυτόχρονα και αν δεν μπορέσουμε να εξετάσουμε τους συσχετισμούς, τότε δεν θα μπορέσουμε ποτέ πραγματικά να ακούσουμε τι σημαίνει ότι το τραύμα χρειάζεται σκάλισμα ως προς το τι πολιτικές δηλώσεις εκκωφαντικά διαλαλεί. Εξάλλου, το τραύμα δεν είναι μια ψυχολογική διεργασία ή μια σωματική πληγή, αλλά ένα πολιτικό διακύβευμα, η αφετηρία μιας ουσιαστικής, βαθιάς και ευαίσθητα αναστοχαστικής δημόσιας διαβούλευσης.

 

Βιβλιογραφία

Μακρυνιώτη, Δ., Διδυμιώτης Ο. (2019). Παιδικές ηλικίες σε κίνηση. Αθήνα: Νήσος.

Μπάτλερ, Τζ. 2009 [2005]. Λογοδοτώντας για τον εαυτό. [μτφρ. Λαλιώτης Μιχάλης, επιμ. Αθηνά Αθανασίου] Αθήνα: Εκκρεμες.