«Αθώος σεξουαλικής κακοποίησης»: Ένα μονόστηλο ένοχο παράλειψης πληροφοριών

ΟΡΓΗ ΓΙΑ ΔΙΚΑΣΤΗ

Αθώος σεξουαλικής κακοποίησης

ΙΝΔΙΑ. Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η θωπεία εις βάρος ανήλικου πάνω από τα ρούχα δεν αποτελεί σεξουαλική επίθεση, προκαλώντας οργή σε ολόκληρη τη χώρα και απογοήτευση στους αγωνιστές κατά της σεξουαλικής κακοποίησης γυναικών και παιδιών. Στην απόφασή της η δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Βομβάης, Πούσπα Γκανεντιβάλα, έκρινε έναν 39χρονο άνδρα αθώο για σεξουαλική επίθεση σε 12χρονο κορίτσι, καθώς δεν είχε αφαιρέσει τα ρούχα της. Σύμφωνα με δικαστικά έγγραφα, ο άνδρας έφερε το κορίτσι στο σπίτι του με το πρόσχημα να της δώσει ένα φρούτο, άγγιξε το στήθος της και προσπάθησε να αφαιρέσει τα εσώρουχά της. Κρίθηκε ένοχος και καταδικάστηκε σε φυλάκιση τριών ετών, αλλά ζήτησε έφεση. Στην απόφασή της η Γκανεντιβάλα διαπίστωσε ότι η πράξη του «δεν εμπίπτει στον ορισμό της σεξουαλικής επίθεσης». «Λαμβάνοντας υπόψη την αυστηρή φύση της τιμωρίας που προβλέπεται για το αδίκημα, απαιτούνται ισχυρότερες αποδείξεις και σοβαροί ισχυρισμοί», έγραψε.

Το παραπάνω κείμενο-είδηση αποτελεί ένα μονόστηλο της εφημερίδας Καθημερινή, δημοσιευμένο στις 27/01/2021, στην κάτω κάτω δεξιά γωνιά της δέκατης σελίδας ‒ αναρωτιέμαι πόσες/οι το διάβασαν, έτσι καταχωνιασμένο που ήταν… Ενώ, εξ ορισμού, η «είδηση» ‒από το απρφ. ειδ-έναι του ρ. οίδα: γνωρίζω/αποκτώ γνώση‒ μας καθιστά κοινωνούς ενός εξοργιστικού δικαστικού συμβάντος σχετικού με την έμφυλη σεξουαλική βία, παραλείπει και μας αποκρύπτει πολλά άλλα. Ο αντίλογος ότι ένα μονόστηλο εκατόν σαράντα εννιά λέξεων δεν μπορεί να τα πει όλα δεν μας αρκεί. Ο αντίλογος οφείλει να είναι ότι η βαρύτητα του θέματος και η ευρεία συζήτηση γι’ αυτό στην Ελλάδα και σε όλο τον κόσμο απαιτούν πολλά πολύστηλα, τέτοια που να υπερβαίνουν τη μορφή της είδησης, ως μιας φευγαλέας πληροφορίας για το τι «κακό» συμβαίνει «αλλού» (εκτός Ελλάδας!), και να μην καταλήγουμε στο εν οίδα ότι ουδέν ή ελάχιστα οίδα.

Αν και το πρώτο σημείο που…με έβγαλε έξω από τα ρούχα μου ήταν εκείνο το «πάνω από τα ρούχα», ως «ισχυρό» αποδεικτικό στοιχείο αθώωσης του θωπευτή-βιαστή, το αμέσως επόμενο ήταν ότι αυτός ο «39χρονος άνδρας» και αυτό το «12χρονο κορίτσι» τοποθετούνται σε ένα αχρονικό, απολίτικο βιολογίζον πλαίσιο («βιολογικό φύλο», «βιολογική ηλικία») και παραλείπονται τα κοινωνικοοικονομικά και ιστορικοπολιτικά συμφραζόμενα της συγκεκριμένης πόλης / χώρας, αυτά όπου οι παραπάνω έμφυλες και ηλικιακές κατηγορίες τέμνονται με την άνιση κατανομή-κατοχή-κατάχρηση εξουσίας ανάμεσα στις «κάστες» και τις τάξεις στη Δημοκρατία της Ινδίας του 21ου αιώνα. Ανήκουν στην ίδια ή σε διαφορετική κάστα-τάξη ο «39χρονος άνδρας» και το «12χρονο κορίτσι»; Μήπως η ανήλικη προέρχεται από την περιθωριοποιημένη κάστα των λεγόμενων «παριών» ή και untouchable (ανέγγιχτων) γυναικών Νταλίτ που υφίστανται καθημερινά τους περισσότερους βιασμούς από μέλη της ανώτερης κάστας-τάξης Ινδών αφεντικών ‒ και παλιότερα από τους Βρετανούς αποικιοκράτες;1 Πώς έφτασε στα δικαστήρια η υπόθεση; Μίλησε το κορίτσι και την ανέλαβαν οι γονείς του ‒ που σ’ αυτή την περίπτωση θα πρέπει να είναι τουλάχιστον μεσοαστοί Ινδοί; Ή μήπως την ανέλαβε κάποια φεμινιστική ομάδα / οργάνωση ‒ συμπεριλαμβανομένης αυτής των Νταλίτ φεμινιστριών; Εικάζω ότι η έλλειψη τέτοιων πληροφοριών έχει ως (αναμενόμενο) αποτέλεσμα η/ο αναγνώστρια/της να οδηγείται στην εικόνα μιας εξωτικής, μακρινής κι αλλοτινής, χαώδους αλλά και ομοιογενούς Βομβάης, μεγαλούπολης της εξωτικής, μακρινής κι αλλοτινής, αχανούς αλλά «αναπτυσσόμενης» (όπως χαρακτηρίζεται παντού) Ινδίας. Αποκαλύπτεται, έτσι, ο (ηθελημένος ή αθέλητος) οριενταλιστικός χαρακτήρας της «είδησης», ο οποίος, πιθανότατα, καταλήγει στο να αναπαράγει στις/τους αναγνώστριες/τες καθιερωμένα στερεότυπα: την εικόνα «ενός ακόμη» βιασμού κοριτσιού, τόσο συνηθισμένου σε υπανάπτυκτες χώρες, όπως η Ινδία, όπου, μεταξύ άλλων, καίνε τους νεκρούς τους δίπλα στον «βρόμικο» Γάγγη και κάποτε καίγαν και τις γυναίκες μαζί με τους συζύγους τους!

Παρ’ όλα αυτά, η είδηση ότι αυτή η δικαστική απόφαση προκάλεσε οργή σε ολόκληρη τη χώρα με οδήγησε στο Διαδίκτυο, με την ελπίδα να βρω κάποιες απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα, αλλά και να δω πώς αναπαραστάθηκε η όλη υπόθεση στις εκεί (αγγλόφωνες) εφημερίδες. Πράγματι, η πλούσια ειδησεογραφία δείχνει ότι δημιουργήθηκε πολύς θόρυβος γύρω από αυτή.2 Στο Εφετείο, η (50χρονη) δικαστίνα, ενώ αποδέχτηκε τη «μαρτυρία του κοριτσιού» ότι ο κατηγορούμενος προσπάθησε να της βγάλει τα ρούχα, και παρότι χαρακτήρισε την πράξη του ως καταπάτηση του άρθρου 354 του Ποινικού Κώδικα περί «προσβολής της γυναικείας σεμνότητας» (outraging a woman’s modesty), μείωσε την ποινή φυλάκισης σε ένα από τα τρία χρόνια που ορίζει ως ελάχιστη ποινή για σεξουαλική επίθεση (sexual assault) ο νόμος του 2012 περί Προστασίας Παιδιών Από Σεξουαλικά Αδικήματα (The Protection of Children from Sexual Offences Act, 2012, στο εξής POCSO Act 2012). Αιτιολόγησε την απόφασή της με το επιχείρημα ότι η «ψηλάφηση» (groping) του στήθους πάνω από τα ρούχα δεν εμπίπτει στον ορισμό της POCSO Act 2012 περί σεξουαλικής επίθεσης σε παιδιά («κάτω των 18 ετών»), ο οποίος, κατά τη δικαστίνα, απαιτεί «τη δερμική επαφή με πρόθεση σεξουαλικής ικανοποίησης» (skin to skin contact with sexual intent). Σύμφωνα με την ειδησεογραφία, υπήρξαν άμεσες αντιδράσεις από την Εθνική Επιτροπή Προστασίας Των Δικαιωμάτων Του Παιδιού, την Εθνική Επιτροπή Για Τις Γυναίκες, από Οργανώσεις Για Τα Δικαιώματα των Γυναικών και επώνυμα δημόσια πρόσωπα, καθώς και από δικαστές και πολιτικούς, με κοινό αίτημα την απόσυρση της απόφασης ως απαράδεκτης και απεχθούς. Επειδή, μάλιστα, η συγκεκριμένη δικαστίνα είχε χρησιμοποιήσει την ίδια περί «μη φυσικής επαφής» αιτιολόγηση σε δύο προηγούμενες απαλλακτικές αποφάσεις της με όμοιο αντικείμενο,3 αποφασίστηκε στις 29/01/21 από τον Ανώτατο Δικαστή της Ινδίας να μην προαχθεί σε μόνιμο μέλος του Ανώτατου Δικαστηρίου της Βομβάης – όπως είχε προταθεί στις 22/01/21. Σύμφωνα δε με κάποιο δικαστή, η όλη στάση της έθετε το γενικότερο ερώτημα κατά πόσο οι δικαστές που αναλαμβάνουν υποθέσεις σεξουαλικής επίθεσης / κακοποίησης διαθέτουν τα απαιτούμενα προσόντα και ικανότητες.

Από τα συμφραζόμενα των ειδήσεων δεν γίνεται σαφές τι είδους δικαστικές ικανότητες (θα) προβλέπονται, ούτε πόσο παρεξέκλινε η δικαστίνα από το νόμο, αφού, πράγματι, ο ορισμός της σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων στην Ινδία προϋποθέτει κάποιος να «αγγίξει» (to touch), με πρόθεση σεξουαλικής ικανοποίησης, τον κόλπο, το πέος, τον πρωκτό ή το στήθος του παιδιού, ή να αναγκάσει το παιδί να «αγγίξει» τα παραπάνω σημεία του σώματος του ίδιου ή άλλου προσώπου, ή να εκτελέσει οποιαδήποτε άλλη πράξη η οποία εμπεριέχει «φυσική επαφή» (physical contact), χωρίς διείσδυση, αλλά με πρόθεση σεξουαλικής ικανοποίησης (POCSO Act 2012, κεφ. 1). Προφανώς, για τη δικαστική λειτουργό, η διαμεσολάβηση των ρούχων εξάλειψε την «αμεσότητα» της αφής, εκείνη δηλαδή την ιδιότητα η οποία τής αποδίδεται, περισσότερο από κάθε άλλη αίσθηση, και εξαιτίας της οποίας η αφή θεωρείται είτε η πιο έγκυρη απόδειξη θετικών συναισθημάτων είτε η πιο ζωώδης, η πιο απειλητική, η πιο μιαρή και μεταδοτική όλων των άλλων ˗ εξού και ο περίφημος όρος untouchable!4 Εικάζω ότι οι επικριτές της δικαστίνας (όχι όμως και της μονομερούς έμφασης του νόμου στην [επ-]αφή) έμμεσα έθεσαν το εύλογο ερώτημα αν το 12χρονο κορίτσι ήταν κατά τα άλλα αν-αίσθητο, τόσο ώστε η μαρτυρία του να μη θεωρηθεί «σοβαρός ισχυρισμός» και «ισχυρή απόδειξη». Την ώρα που το «άγγιζε» ο «θωπευτής», δεν αισθανόταν / αντιλαμβανόταν πού/πώς το άγγιζε; Δεν τον έβλεπε; Δεν τον άκουγε; Δεν τον μύριζε; Δεν αισθανόταν τίποτε απ’ όλα αυτά, που, έτσι κι αλλιώς, μας γίνονται αισθητά ταυτόχρονα και που τα ερμηνεύουμε συνειδητά ή ασυνείδητα σύμφωνα με τις πολιτισμικές συμβάσεις της κοινωνίας μας και τις σχέσεις εξουσίας που τις διαπερνούν; Τόσο κλειστό και αδιαπέραστο από τη βίαια επιβεβλημένη επ-αφή ήταν αυτό το (ντυμένο) σώμα για τη δικαστίνα; Το θεώρησε τόσο πολύ αδιαμεσολάβητο (ή untouchable;) από την ιστορία και την πολιτική οικονομία της χώρας της, ώστε να το εγκαταλείψει στην προδικασμένη μοίρα του «βιολογικού φύλου» και της «βιολογικής ηλικίας» του;

Οι πληροφορίες που αποκόμισα από τις ειδήσεις για το θλιβερό γεγονός ήταν ‒ τουλάχιστον!‒ ελλιπείς. Για παράδειγμα, ενώ αναφέρθηκε ότι το «12χρονο κορίτσι» ήταν «πεινασμένο», δεν δόθηκε κανένα άλλο στοιχείο για την οικονομική, εθνοτική, θρησκευτική προέλευσή του, με αποτέλεσμα την αναγωγή της υπόθεσης σε μια επιπλέον «βιολογική» αιτία (πείνα) της σεξουαλικής κακοποίησης των «παιδιών» στην Ινδία, αλλά και την αναπαραγωγή του κλασικού οριενταλιστικού αφηγήματος περί Ινδίας, ως αποκλειστικά φτωχής χώρας, χωρίς μεσαία και ανώτερη τάξη, χωρίς τις κάστες των ινδουιστών/τριών savarna που ηγεμονεύουν επί των βουδιστών/ριών, των μουσουλμάνων, των χριστιανών και άλλων «ανέγγιχτων». Και όπως τελικά εξαφανίστηκε από το προσκήνιο το 12χρονο κορίτσι, μέσα από την παραγνώριση της μαρτυρίας του και την καταβύθισή του στα πελάγη της βιολογίας και της νομικής, έτσι εξαφανισμένες από τις ειδήσεις υπήρξαν και συγκεκριμένες αναφορές στο πώς ‒μετά βεβαιότητος‒ μίλησαν και φώναξαν για την «απεχθή» απόφαση οι πολυπληθείς φεμινιστικές ομάδες και οργανώσεις της Βομβάης / Ινδίας.5 Σε όλες τις ειδήσεις προβάλλονται κυρίως οι απόψεις επιφανών δικαστών «για» το συμβάν, με αποτέλεσμα να κατασκευάζεται μια δημόσια σφαίρα κατακλυσμένη από φωνές ανδρικής (και ανώτερης τάξης-κάστας) αυθεντίας. Τέτοιας που να καθησυχάζει κυρίως τις αναγνώστριες, κρατώντας τες ανενημέρωτες για τις πολιτικές κινητοποιήσεις των φεμινιστικών κ.ά. ακτιβιστικών ομάδων στη χώρα τους, και αφήνοντάς τες μάλλον untouched, ασυγκίνητες και ανέγγιχτες, από την απειλή που αφορά όλες τις τάξεις-κάστες τις Ινδών γυναικών, κυρίως όμως αυτή που υφίστανται συνεχώς οι φτωχές συμπολίτισσές τους. Αυτές που απαγορεύεται στις «βραχμάνες» (όχι όμως και στους βραχμάνους) να αγγίζουν, ακόμη και μέσα από μονόστηλα, δίστηλα, πολύστηλα ‒ έστω ένοχα μιας κατ’ ευφημισμόν παράλειψης πληροφοριών…

Οι παραπάνω διαπιστώσεις μάς υπενθυμίζουν το περίφημο ερώτημα της θεωρητικού του μετααποικιακού φεμινισμού, Γκαγιάτρι Τσακραβόρτι Σπίβακ (Gayatri Chakravorti Spivak), «Μπορεί η υποτελής να μιλήσει;», και την αρνητική της απάντηση: Το υποτελές υποκείμενο ως γυναίκα ή η γυναίκα ως υποτελής «δεν μπορεί να μιλήσει», ούτε και «να ακουστεί ή να διαβαστεί» (Spivak, 1994, σελ. 104).6 Για να υποστηρίξει τη θέση της, η Σπίβακ αναλύει το «παράδειγμα» του σάτι, της τελετουργικής αποτέφρωσης της χήρας με τον νεκρό σύζυγο, και αναδεικνύει τους τρόπους με τους οποίους τόσο ο αποικιοκρατικός όσο και ο ινδουιστικός ανδρικός λόγος οδήγησαν στον αποκλεισμό της από τη δημόσια σφαίρα ‒ σήμερα δε στην παραγνώριση ή αποσιώπηση της δημόσιας ομιλίας των υποτελών γυναικών ως αναξιόπιστης ή ανύπαρκτης. Ο Βρετανός νομοθέτης χαρακτήρισε την «πρωτόγονη» τελετουργία «έγκλημα» και μετέτρεψε τον απαγορευτικό Νόμο του σε Υποκείμενο, τη δε χήρα σε Αντικείμενό του· παράλληλα, ο αντιαποικιοκράτης ινδουιστής βραχμάνος την καθήλωσε στο αλλοτινό παρελθόν, την ουσιοποίησε και εξωτικοποίησε διά παντός και, έκτοτε, την παρουσιάζει, νοσταλγικά, ως το διαχρονικό πρότυπο «καλής συζύγου» (ακριβής μετάφραση του «σάτι»), της ηρωϊκά αυτοθυσιαζόμενης υπέρ του συζύγου και της οικογένειάς της, της πατρίδας και της θρησκείας της ‒ εξού και μέχρι σήμερα, ένα κοινό όνομα που δίνεται στα κορίτσια είναι το Σάτι. Όμως, όπως υποστηρίζει η Αθηνά Αθανασίου στην εξαιρετική ανάλυσή της για την «προκλητική» απάντηση της Σπίβακ ‒και πολλών άλλων θεωρητικών φεμινιστριών‒, η «εργασία του αρνητικού» που ενυπάρχει στην απάντηση «δεν επιζητεί το εφυσηχαστικό κλείσιμο της ερώτησης». Αντιθέτως, «προτρέπει (σ)την αδιάλειπτη και επείγουσα εγρήγορση γύρω από ερωτήματα που αφορούν το πώς ακούμε και πώς παρεμβαίνουμε στις κατεστημένες οριοθετήσεις αυτού που είναι δυνατόν να ακουστεί (Morris, 2010)» (Αθανασίου, 2016, σσ. 156, 158, έμφαση δική μου).7

Επίλογος

Μετά τη δημοσίευση του περί ου ο λόγος μονόστηλου στην «Κ», παρατήρησα ότι η εφημερίδα συνεχίζει να αφιερώνει την ίδια «γωνιά» σε όμοιου περιεχομένου μονόστηλες ειδήσεις προερχόμενες απ’ όλον τον κόσμο. Παράδειγμα: 11/02/21, ΠΡΑΓΑ. «Αποζημίωση υπέρ [Ρομά] γυναικών» που «υποβλήθηκαν σε στείρωση» στην πρώην Τσεχοσλοβακία, στις δεκαετίες ’70-’80, «αν και οι [φεμινιστικές] οργανώσεις υποστηρίζουν ότι η πρακτική συνεχίστηκε και μετά το 2000» ‒ αλλά ποιος τις «ακούει» αυτές; Συμμερίζομαι απολύτως την άποψη μιας φεμινίστριας φίλης μου ότι στην περίοδο του #me too, που ο Τύπος δίνει «χώρο» να μιλήσουν τα «θύματα» (όπως αυτά αποκαλούνται με απαράδεκτο τρόπο), αυτού του τύπου οι αποσπασματικές, «αποεδαφικοποιημένες και αποπολιτικοποιημένες ειδήσεις περί σεξουαλικής κακοποίησης και βίας μάς δείχνουν ίσως ότι αυτός ο χώρος δεν υπάρχει επί της ουσίας». Ή, αλλιώς, μας δείχνουν το πώς διαχειρίζονται τα (καθοδηγούμενα-κυβερνητικά) μίντια αυτό το ζήτημα και κατ’ επέκταση την κοινή γνώμη, επομένως, το πόσο λίγος πολιτικός χωροχρόνος αναλογεί στην έμφυλη βία και ακριβέστερα στην, κατά Σπίβακ, «επιστημική βία» που ασκείται στο υποτελές υποκείμενο ως γυναίκα ή στη γυναίκα ως υποτελή.

Σημειώσεις

1Ο όρος untouchable είναι συνυφασμένος με την κατώτερη, «πέμπτη κάστα» ή κοινωνική τάξη των Νταλίτ, που περιλαμβάνει όσους/ες ασχολούνται με «βρόμικα» επαγγέλματα (καθαρισμός ανοιχτών υπονόμων, σκουπιδιάρηδες, υπηρετικό προσωπικό), εξού και «μιαρή». Ενώ δεν έχει ποτέ οριστεί νομικά (επί αγγλικής κατοχής, ονομάζονταν Depressed Classes, ο δε Γκάντι τους/τις ονόμαζε επίσημα «Παιδιά του Θεού»!), υπήρξε νόμος το 1955 (Τhe Untouchability Offences Act, 1955) που όριζε τις κυρώσεις κατά των πρακτικών untouchability, οι οποίες αποκαλύπτουν τις διακρίσεις που υφίσταντο και συνεχίζουν να υφίστανται. Σήμερα, μαζί με άλλες εθνοτικές, θρησκευτικές «μειονότητες», ανήκουν στις λεγόμενες Scheduled Castes με περιορισμένα κριτήρια συμπερίληψης (μόνο ινδουιστές, βουδιστές, Σιχ) και προκαθορισμένες ποσοστώσεις συμμετοχής στην εκπαίδευση κ.ά. Οι γυναίκες Νταλίτ υφίστανται τους περισσότερους ομαδικούς και μη βιασμούς. Το φεμινιστικό κίνημα των Νταλίτ αγωνίζεται κατά του ισχύοντος πατριαρχικού, έμφυλου και «βραχμανικού καστισμού» (brahmanical casteism) και διεκδικεί την αναγνώριση και συμπερίληψή του, τόσο από το φεμινιστικό κίνημα, όσο και από τις ομάδες ΛΟΑΤΚΙ+, τα μέλη των οποίων ανήκουν κυρίως στις μεσαίες και ανώτερες τάξεις-κάστες των ινδουιστών Ινδών. Επ’ αυτού, βλ. την εξαιρετική κριτική ανάλυση της Smita M. Patil (2013). “Revitalising Dalit feminism. Towards Reflexive, Anti-Caste Agency of Mang and Mahar Women in Maharashtra”, Review of Women Studies, Economic and Political Weekly Vol XLVIII (18), σσ. 2-8.

2 Ξεκίνησα με το Πούσπα Γκανεντιβάλα (Pushpa Ganediwala) και οδηγήθηκα σε δεκάδες ειδήσεις που λόγω περιορισμένου χώρου δεν αναφέρω διεξοδικά. Βέβαια, πρόκειται μόνο για τις εφημερίδες στις οποίες είχα πρόσβαση και για τις οποίες δεν γνωρίζω τον πολιτικό τους χαρακτήρα.

3 Στη μία περίπτωση, καταδίκασε σε μόνο πέντε μήνες φυλάκισης 50χρονο άνδρα που «χάιδεψε» το χέρι 5χρονου κοριτσιού, ενώ ταυτόχρονα είχε ανοίξει το παντελόνι του με έξω το πέος του. Παρά τις μαρτυρίες του παιδιού ότι του ζήτησε να πάνε στο κρεβάτι, και της μητέρας ότι τον είδε να το κάνει, η δικαστίνα αποφάνθηκε ότι, παρά ταύτα, δεν υπήρξε «φυσική επαφή», άρα ούτε και «πρόθεση σεξουαλικής ικανοποίησης». Στη δεύτερη περίπτωση, αυτή του βιασμού ενήλικης γυναίκας, η απόφαση αθώωσης του θύτη βασίστηκε στο ότι η μαρτυρία της γυναίκας ήταν «αναξιόπιστη», αφού δεν υπήρχαν σημάδια βίαιης επίθεσης, πράγμα που σημαίνει ότι μάλλον υπήρξε «συναίνεση» εκ μέρους της.

4 Στην ανθρωπολογία, η βιβλιογραφία για την αξιολογική ιεράρχηση ή την πολιτική των αισθήσεων στις λεγόμενες δυτικές και μη δυτικές κοινωνίες είναι ευρεία. Για μια κριτική προσέγγισή τους, η οποία υπερβαίνει τη λεγόμενη «ανθρωπολογία των αισθήσεων», βλ. την εθνογραφία της Ευαγγελίας (Έλιας) Χαρίδη, «Μέσα από τα μάτια των τυφλών». Μια ανθρωπολογική ερμηνεία της «όρασης». Αδημοσίευτη Διδακτορική Διατριβή του Τμήματος Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2016.

5 Για μια σύντομη αλλά κατατοπιστική ιστορία του φεμινιστικού κινήματος και των Σπουδών Φύλου στην Ινδία, βλ. Rekha Pande (2018). “The History of Feminism and Doing Gender in India”. Revista Estudos Feministas, Florianopolis 26(3), σσ. 1-17.

6Gayatri Chakravorti Spivak (1994). “Can the subaltern speak?” Στο Patrick Williams, Laura Chrisman (επιμ.), Colonial Discourse and Post-Colonial Theory: A Reader. Χερντφορντσάιρ: Harvester Whaetsheaf, σσ. 66-111.

7 Αθηνά Αθανασίου, «Μετααποικιακή Κριτική στις Σπουδές Φύλου: Παρεμβαίνοντας σε αυτό που είναι δυνατό να ακουστεί», στο Αθηνά Αθανασίου, Μίνα Καραβαντά, Ιωάννα Λαλιώτου, Πηνελόπη Παπαηλία, Επιμέλεια Αθηνά Αθανασίου, Αποδομώντας την Αυτοκρατορία. Θεωρία και πολιτική της μετααποικιακής κριτικής, σελ. 129-161, Αθήνα, νήσος, 2016.