Φθινόπωρο 2021

Αθηνά Αθανασίου, Άλκηστη Ευθυμίου

Κατηγοριοποιημένα ως σχόλια

Αποχαιρετώντας τ@ Λόρεν Μπερλάντ (Lauren Berlant)1

Οι τρόποι σκέψης των άλλων ανθρώπων είναι εκπληκτικοί. Η συνεργασία μοιάζει με μια υπερ-εντατική εκδοχή διδασκαλίας, όπου εσύ και κάποιος / κάποια άλλος / άλλη αναζητάτε μαζί κάτι και χτίζετε ο ένας πάνω στην άλλη – αλλά επίσης λείπετε ο ένας στην άλλη. Αυτή είναι η απόλυτη χαρά του «να μην είμαι εγώ»…2

ΛΟΡΕΝ ΜΠΕΡΛΑΝΤ

AA: Η γραφή της Λόρεν Μπέρλαντ –στη λογοτεχνική κριτική, στις κουήρ σπουδές και στην πολιτισμική και πολιτική θεωρία– «ξεβολεύει» τις ευκολίες. Αναστοχάζεται και αναρωτιέται καθώς εκτυλίσσεται, αμφισβητώντας με φροντίδα την ισχύ μιας θεώρησης ακόμη και μέσα στο ίδιο κείμενο. Ίσως γι’ αυτό αγαπούσε τόσο να γράφει με άλλ@. Έβρισκαν συντροφιά η ευγένεια και η γενναιοδωρία της διανόησής της – με χιούμορ, ελαφρότητα, κατανόηση, αυτο-μετατόπιση.

AE: Θυμάμαι να κουβαλάει μαζί τ@ ένα σημειωματάριο στο οποίο κατέγραφε ιδέες και σκέψεις, μαζί με το όνομα του ατόμου που τις είχε εκφέρει. Οι αναφορές αυτές έβρισκαν συχνά τη θέση τους στις υποσημειώσεις των βιβλίων της. «Αυτή η φράση είναι προσφορά της XXX» ή «Ευχαριστώ τον XXX για τη συγκεκριμένη παραπομπή στον Μποντριγιάρ (Baudrillard). Δεν γνώριζα την ιστορία της φράσης XXX, πριν γράψω αυτό το κεφάλαιο», σημειώνει σε διαφορετικά μέρη του Cruel Optimism. Δεν πρόκειται για κάποιου είδους ακαδημαϊκή ανωτερότητα, συγκαλυμμένη ως γενναιοδωρία, αλλά για την αναγνώριση των σχέσεων μέσα από τις οποίες προκύπτουν οι σκέψεις, τα κείμενα, η κριτική θεωρία.

AA: Η γλώσσα της θεωρίας και το σώμα της θεωρίας ασκούν τη θεωρία ως σώμα και συν-αίσθημα: ως εναλλακτική και ποιητική επιτέλεση του δημόσιου, ως δημόσια διάθεση και διαθεσιμότητα. Καθώς χαρτογραφεί την κοσμοποιητική επιτελεστικότητα της σχεσιακής δημοσιότητας, η Μπερλάντ προσφέρει μια κριτική επανανάγνωση τόσο της κανονιστικής δημόσιας σφαίρας όσο και της ιδιωτικοποιημένης εννοιολόγησης του «προσωπικού» (που στερεοτυπικά σχετίζεται με τη σκανδαλώδη σαγήνη της σεξουαλικότητας και το νεοφιλελεύθερο ιδιοτελές συμφέρον). Ενόψει της νεοφιλελεύθερης απαλλοτρίωσης του δημόσιου χώρου και των δημόσιων αγαθών, αναζητά τρόπους για δημοκρατική σχεσιακή δημοσιότητα που δεν υπάγεται στη λευκή ανδρική αστική / καπιταλιστική / καταναλωτική και κυριαρχική «δημόσια σφαίρα».

AE: Προβληματοποιεί την άποψη που παρουσιάζει τη σφαίρα της οικειότητας ως ικανή να διαφυλάξει μια ζωή ακέραιη και ανεπηρέαστη από δημόσιες «απειλές», επιμένοντας στο αλληλένδετο των προσωπικών σχέσεων και «των ασταθειών της σεξουαλικότητας, των χρημάτων, της προσδοκίας και της εξάντλησης» (Critical Inquiry, Special Issue on Intimacy, σ. 281). Σε μια περίοδο όπου η παραμονή στο σπίτι παρουσιάζεται ως η μόνη ασφαλής επιλογή για τον περιορισμό της πανδημίας (αλλά ασφαλής για ποιους και ποιες;), η σκέψη της Μπερλάντ αποτελεί πολύτιμο εργαλείο πολιτικής επιβίωσης.

Αποφεύγοντας οποιονδήποτε ορισμό, η Μπερλάντ μιλά για το συν-αίσθημα (affect) σαν να είναι αυτό ακριβώς που καθιστά τα φαινομενικά όρια μεταξύ οικείας και δημόσιας σφαίρας ακόμα πιο ρευστά. Στο έργο της αναλύει τις συναισθηματικές δομές που διέπουν τις σχέσεις και καθορίζουν τρόπους εμπειρίας του κόσμου, που ξεπερνούν το ατομικό. Δομές αν-ατομικές λοιπόν, με την έννοια ότι χαρακτηρίζουν οποιοδήποτε καθημερινό υποκείμενο του ύστερου δυτικού καπιταλισμού, αλλά εκδηλώνονται μέσα από συναισθήματα που διαφοροποιούνται. Πώς θα διάβαζε η Μπερλάντ την «κοινωνική απόσταση»; Πιθανόν ως σχέση που χαρακτηρίζεται από την προστασία του εαυτού και των άλλων υπό τον ενδεχόμενο υγειονομικό κίνδυνο της εγγύτητας. Ενώ η δομή της (αυτό το παράδοξο σχήμα «αλληλοπροστασίας μέσω της αποφυγής») παραμένει σταθερή για όλες μας, η «κοινωνική απόσταση» μπορεί να βιωθεί από την καθεμιά μας διαφορετικά: ως μούδιασμα, άρνηση, φόρτωμα, καταφύγιο, και ό,τι άλλο. Ο τρόπος που αισθάνεται (και ονομάζει) η καθεμιά αυτή την επήρεια έχει να κάνει και (αν όχι κυρίως) με τις κανονιστικές συμβάσεις στις οποίες είμαστε έκθετες.

ΑΑ: Αυτές οι αν-ατομικές δομές συν-αισθήματος αντηχούν στο ρηξικέλευθο έργο τ@ για την ετεροκανονικότητα (με τον Μάικλ Γουόρνερ [Michael Warner]). Αλλά και στο έργο της που εξετάζει τις συν-αισθηματικές διαστάσεις της νεοφιλελεύθερης επισφάλειας. Το εννοιολογικό της λεξιλόγιο μας επιτρέπει να θέσουμε ερωτήματα για τις συναισθηματικές και φαντασματικές επενδύσεις της κοινωνικής ζωής μας – πάνω απ’ όλα για τις κοινωνικές διαστάσεις και διαδρομές του φόβου της απώλειας και της (ουτοπικής) υπόσχεσης της σύνδεσης. Ενδιαφέρεται για τη γραφή ως πειραματικό μέσο που μπορεί να μας επιτρέπει να αγγίζουμε τις αθέατες γωνιές της καθημερινής βίας, ενώ ταυτόχρονα να αποταυτιζόμαστε από αυτήν και να αντιστεκόμαστε στο εξουθενωτικό αίσθημα ότι «δεν παλεύεται».

ΑΕ: Σε αυτό ακριβώς το αίσθημα η Μπερλάντ απαντά με την πρόταση «showing up to life», σαν να λέμε: «παρίσταμαι στη ζωή», είμαι εδώ και συνεχίζω.

ΑΑ: Η Μπερλάντ μάς αφήνει (με) ένα σώμα πολιτισμικής θεωρίας για την οικειότητα, τη σχεσιακότητα, τη φιλία και την αγάπη: για το πώς οι προσκολλήσεις μας διαμορφώνονται και μας διαμορφώνουν, καθώς αποκρυσταλλώνονται μέσα από νόρμες και ιστορικά τραύματα, που συνδέονται με το φύλο, τη φυλή, τη σεξουαλικότητα, την κοινωνική τάξη. Μας αφήνει (με) μια πολιτισμική θεωρία για το πώς οι «προσωπικές ζωές» μας, και οι φαντασιώσεις (τόσο κρίσιμη έννοια στο έργο της) που τις συντηρούν, συνυφαίνονται με θεσμούς, νόρμες, σχέσεις εξουσίας, ιδεολογικές συγκρούσεις, το κανονιστικό ιδεώδες της «εθνικής ενότητας», τον νόμο, τον καπιταλισμό, την καταναλωτική κουλτούρα, την κυρίαρχη ηθική και αισθητική. Και για το πώς αναζητούμε να αισθανθούμε «σαν στο σπίτι μας» – με τι κόπο, με τι κόστος. Πώς συνεχίζουμε να ζούμε, παρ’ όλα αυτά –ειδικά ως μη ευθυγραμμισμένα έμφυλα, φυλετικοποιημένα και οικονομικά επισφαλή υποκείμενα–, παρά τη συστημική αδικία που υφιστάμεθα, αλλά και λόγω της επανορθωτικής και μετασχηματιστικής δυνατότητας που συλλογικά δημιουργούμε και που δεν μπορεί παρά να περνά μέσα από την πολιτική και τη συντροφικότητα. Η αγάπη γίνεται, έτσι, πολιτική έννοια: άσκηση στο πώς χρησιμοποιούμε τον χρόνο και άλλα υλικά, πάνω στα οποία δεν έχουμε κυριότητα, για να φτιάχνουμε –μέσα στον χαμό, και παρά τις συνήθειες και τη μνήμη της ήττας (μας)– κόσμους που δεν υπάρχουν ακόμη.

ΑΕ: Για την αναζήτηση αυτή η Μπερλάντ καταφεύγει στον κινηματογράφο και στη λογοτεχνία, όπου και βρίσκει ψήγματα διαθέσεων, καταστάσεων και σκηνών, που έχουν στιγματιστεί από την ηγεμονική κοινωνικότητα, αλλά ποτέ δεν της παραδίνονται ολοκληρωτικά. Οι κινηματογραφικές και λογοτεχνικές περιπτώσεις που εξετάζονται τόσο φροντιστικά από την ίδι@, φέρουν ίχνη στρατηγικών «που παρεμβαίνουν σε συγκεκριμένες τοξικές οικειότητες, έτσι ώστε ένα καλύτερο παρόν να μπορεί να βιωθεί συν-αισθηματικά πριν δομηθεί ένας κόσμος για αυτό» (Cruel Optimism, σ. 155).

ΑΑ: Καθώς αναλογίζεται την επισφάλεια του ιδεώδους της ασφάλειας, ενδιαφέρεται για τους περισπασμούς, τις ασυνέχειες και τις αντιξοότητες, που οδηγούν σε απρόσμενη τροπή τις κεκτημένες ταχύτητες: «Δεν είχα σκεφτεί ότι θα κατέληγε έτσι». Αυτό είναι, για τ@ Μπερλάντ, «ο μυστικός επιτάφιος της σχεσιακότητας». Αυτή είναι η δυναμική της έννοιας «βάναυση αισιοδοξία» (cruel optimism), ως δυνατότητα για κριτική πολιτισμική ερμηνεία και ανάλυση των σύγχρονων καπιταλιστικών κοινωνιών (με αφορμή τη «μελέτη περίπτωσης» της βορειοαμερικανικής κοινωνίας). Οι «φαντασιώσεις» της καθημερινότητας, που υποτίθεται ότι –αν και ανέφικτες– συγκρατούν τις επιθυμίες και τους δεσμούς μας, όπως το λευκό καπιταλιστικό κανονιστικό ιδεώδες της «καλής ζωής» ή το αίσθημα ασφάλειας των «μακροχρόνιων σχέσεων», μετατρέπονται σε δεσμά που, αφενός, υπονομεύουν την ύπαρξή μας, και αφετέρου, συντηρούν την κανονικοποιημένη βία και κρίση της καθημερινότητας.

ΑΕ: Η Μπερλάντ με έμαθε να ψάχνω, όποτε μπορώ, πέρα από την ψυχολογικοποίηση των τραυμάτων μου, στα συστήματα και στις σχεσιακές προσκολλήσεις που τα περικλείουν. Και να μην απωθώ την κρίση από την αγάπη και το σεξ. Ένα από τα ζητήματα που την απασχολούσαν στο τελευταίο της βιβλίο (υπό έκδοση) είναι η «ερωτοφοβία», ο φόβος αυτού που είναι συντριπτικό για το υποκείμενο στο σεξ. Το πρόβλημα έγκειται στο ότι ο φόβος αυτός παγώνει ή επιλύει την αμφισημία, η οποία, για τ@ Μπερλάντ, όχι μόνο δεν είναι αρνητική, αλλά υπενθυμίζει στο υποκείμενο τη μη αυτοκυριαρχία του. Μεταφέροντας τα λόγια της, «ο έρωτας και η επανάσταση δεν είναι απλά ανάλογα – οι άνθρωποι αναζητούν ένα ξεβόλεμα που θα τους βοηθήσει να ξεκινήσουν εκ νέου τις σχέσεις τους και να μπουν σε μια διαδικασία απομάθησης».

ΑΑ: Αν και μας θυμίζει ότι το κυνήγι της «καλής ζωής», που υπαγορεύουν οι ρυθμιστικοί μηχανισμοί της αγοράς και του έθνους, είναι πόρος αδικίας και οδύνης, η Μπερλάντ δεν υποδεικνύει τρόπους υπέρβασης ή ρήξης. Η γειωμένη θεωρία της ψηλαφίζει δυνατότητες, ακούει τις σιωπηρές τραυματικές εντάσεις και συμπάσχει στις διεργασίες επανεπινόησης του πολιτισμικού νοήματος καθώς υποφέρουμε τις αφόρητες αντιφάσεις της αγάπης, της σχεσιακότητας και του σεξ μέσα στις ασφυχτικές κοινωνικοπολιτικές συνθήκες του έκτακτου και επείγοντος παρόντος. Το ερώτημα είναι πώς γίνεται εφικτό να φανταστούμε τη ζωή διαφορετικά, δεδομένου ότι το «διαφορετικά» φέρει αρνητικές συνδηλώσεις. Και πώς ανακτάμε τη δυνατότητα του διαφορετικού φαντασιακού και της νέας σχεσιακότητας, χωρίς να αποκλείσουμε τον χώρο για την απώλεια και την αμφισημία.

ΑΕ: Μιλώντας για το έργο της κριτικής στο Cruel Optimism, αναρωτιέται: «Πώς μπορεί καμιά να αποφετιχοποιήσει την άρνηση, ενώ παραμένει κριτική;» (σ. 123). Η απάντηση διαφαίνεται στον τρόπο με τον οποίο η ίδι@ αναγνωρίζει τις αντιφάσεις της, και το πώς η γραφή της εξελίσσεται μέσα στον χρόνο και συνδιαλέγεται με τα κινήματα, χωρίς να φοβάται να απαντήσει σε άβολα ερωτήματα. Το 2019 θυμάμαι να λέει ότι θα εκτυλισσόταν διαφορετικά το κείμενό της με τίτλο «Slow Death», αν το ξανάγραφε τώρα, οχτώ χρόνια μετά και με τη συμβολή των fat studies. Τ@ θυμάμαι επίσης να παραδέχεται πόσο οι συζητήσεις στο σύγχρονο φεμινιστικό κίνημα, ειδικά μετά το MeToo, έχουν αλλάξει την ανάλυσή της του Τελευταίου τανγκό στο Παρίσι.

ΑΑ: «Έχεις κατάθλιψη; Μπορεί να είναι πολιτικό» ήταν ένα από τα θεωρητικά συνθήματα της δεξαμενής συναισθήματος (feel tank), που είχε συνδιοργανώσει. Αναζητώντας την κριτική δυνατότητα της συν-αισθηματικής εργασίας, αναρωτιέται πώς μπορούμε να διεκδικούμε κοινωνικές αλλαγές χωρίς να αναπαράγουμε τις προδιαγραφές του συστήματος: Ο γκέι γάμος την απασχολεί από αυτή την άποψη, καθώς διατηρεί επιφυλάξεις απέναντι σε τρόπους φιλελεύθερης διεκδίκησης, που επιτρέπουν στο σύστημα να «συν-αισθάνεται» τα πληγωμένα υποκείμενα. Πώς αλλιώς μπορούμε να φανταζόμαστε και να επιτελούμε κουήρ οικειότητες και τρόπους κοινής ζωής; Πώς αλλιώς συνδεόμαστε και πώς λείπουμε η μια στην άλλη;

Το έργο της είναι αφιερωμένο στην ανάγνωση του ιστορικού παρόντος μέσα από μια κοσμοποιητική ένταση: από τη μια, η κανονικοποιημένη εξάντληση και ματαίωση των μη κυρίαρχων / κυριαρχικών υποκειμένων σε έναν κόσμο κυριαρχημένο από καπιταλισμό, ρατσισμό και σεξισμό, και από την άλλη, η δυνατότητα ριζικού μετασχηματισμού: δικού μας αλλά και του κόσμου.

1 H Λόρεν Μπερλάντ χρησιμοποιούσε αυτοπροσδιοριστικά την προσωπική αντωνυμία they/them στον δημόσιο λόγο και την προσωπική αντωνυμία she στη διαπροσωπική ζωή. Στο πλαίσιο μιας κουήρ πολιτικής χρήσης των προσωπικών αντωνυμιών, το they/them χρησιμοποιείται ως έμφυλα ουδέτερη, μη δυαδική αντωνυμία ενικού αριθμού προκειμένου να αποφυσικοποιηθούν οι γραμματικοί κανόνες της έμφυλης δυαδικότητας. Τηρώντας αυτό τον αυτοπροσδιορισμό της Λόρεν Μπερλάντ, στο ελληνόφωνο αυτό κείμενο ακολουθούμε τον ουδ-έτερο / μη δυαδικό συνδυαστικά με τον θηλυκό τύπο.

2 Οι αποδόσεις στα ελληνικά είναι δικές μας.

Φθινόπωρο 2021

Αθηνά Αθανασίου, Άλκηστη Ευθυμίου

Κατηγοριοποιημένα ως σχόλια