Από τις θεωρίες του φύλου στο gender mainstreaming: ελλείμματα «συνομιλίας» και η «αόρατη» βιωμένη εμπειρία

Περίληψη

Η ολοκλήρωση των ακαδημαϊκών σπουδών μου το 2010 συνέπεσε χρονικώς με την έναρξη μιας μακράς περιόδου ύφεσης για τη χώρα, η οποία, κατά την πολυετή εξέλιξή της, δημιουργώντας μια δίνη πρωτόγνωρων συνθηκών ανθρωπιστικής κρίσης, δυναμίτισε –παρόντα επί δεκαετίες– ρήγματα και ανισότητες στη βάση της κοινωνίας. Στο παρόν κείμενο επιχειρώ να σκιαγραφήσω την εμπειρία από τη «συνάντηση», μέσα σε συνθήκες κοινωνικής κρίσης, της επαγγελματικής με την ακαδημαϊκή μου ταυτότητα: εργαζόμενη σε κοινωνική υπηρεσία μητροπολιτικού ΟΤΑ, υπηρεσία πρώτης γραμμής, διχασμένη ανάμεσα στην ακαδημαϊκή προσέγγιση, στη συστημική προσέγγιση και στο μικροεπίπεδο, τρεις αυτοτελείς –εντέλει– πυλώνες, σύντομα διαπίστωσα μια σειρά απογοητευτικών αποσυνδέσεων: το έλλειμμα δημιουργικής «συνομιλίας» μεταξύ των ακαδημαϊκών σπουδών μου και του gender mainstreaming, την «επιλεκτική» επίκληση θεωριών για το φύλο, τη μη αντιμετώπιση του φύλου ως εργαλείου ιστορικής ανάλυσης, την «add-women/gender/gender equality-and-stir» προσέγγιση (μια προσέγγιση απλής «πρόσθεσης και ανάμειξης» των γυναικών / του φύλου / της ισότητας των φύλων). Οι πολιτικές που θεσμικά καλούμαστε να εφαρμόσουμε έχουν συχνά την επίφαση μιας gender sensitive ή μιας γενικώς ανθρωποκεντρικής προσέγγισης, με το δομικό πρόβλημα να είναι το κατά πόσο διαγιγνώσκονται οι πραγματικές ανάγκες των υποκειμένων προς τα οποία οι πολιτικές αυτές προσανατολίζονται, το κατά πόσο οι πολιτικές αυτές έχουν κάποια προστιθέμενη σε βάθος χρόνου αξία, αλλά και το κατά πόσο είναι αρκετές για μια πλήρη μεταβολή των στάσεων και αντιλήψεών μας.
Το παρόν κείμενο αποτελεί επεξεργασμένη εκδοχή ανακοίνωσης στην ημερίδα του ΠΜΣ «Φύλο, Πολιτισμός και Κοινωνία» του Τμήματος Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου με τίτλο «Η οπτική του φύλου στο πανεπιστήμιο. Μια αναστοχαστική προσέγγιση», ενότητα «Προσωπικές Διαδρομές», Μυτιλήνη, 18/05/2019

Εισαγωγή: Παλινδρομήσεις…

Λίγο μετά την ολοκλήρωση των μεταπτυχιακών σπουδών μου και ενώ η υπηρεσία μου στη Δημόσια Διοίκηση μετρούσε ήδη δώδεκα χρόνια, κλήθηκα να υπηρετήσω στην Κοινωνική Υπηρεσία ενός νησιωτικού μητροπολιτικού Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ). Στο περιθώριο της βασικής ενασχόλησής μου με ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού (ιδίως με μετανάστες/μετανάστριες, θύματα βίας και διακρίσεων, ψυχικά ασθενείς, άτομα με αναπηρίες, άτομα που ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας και βρίσκονται σε συνθήκες υλικής αποστέρησης ή/και επισιτιστικής ανασφάλειας), το αντικείμενο των σπουδών μου αναγνώστηκε από τη Διοίκηση ως κατάλληλο ώστε να μου ανατεθεί να συμμετάσχω σε σχετικές διαβουλεύσεις για τη συγκρότηση τοπικών πολιτικών που θα ενσωμάτωναν τη διάσταση του φύλου (gender mainstreaming) και θα προωθούσαν την ισότητα. Το πλάνο έμοιαζε κάπως διορατικό: Το να επιλέγεται ένας άνθρωπος που ακαδημαϊκώς σχετίζεται με τις σπουδές φύλου, ώστε να συμμετάσχει στην προσπάθεια συγκρότησης τοπικών πολιτικών που ενσωματώνουν την οπτική του φύλου στις δραστηριότητες της Δημόσιας Διοίκησης, ακούγεται ως μια ενδιαφέρουσα επιλογή.

Πολύ σύντομα, όμως, έγιναν ορατές οι αποσυνδέσεις: το έλλειμμα «συνομιλίας» μεταξύ των ακαδημαϊκών σπουδών μου και του gender mainstreaming, η «επιλεκτική» επίκληση θεωριών για το φύλο και η μη αντιμετώπιση του φύλου ως εργαλείου ιστορικής ανάλυσης, η «add-women/gender/gender equality-and-stir» προσέγγιση (μια προσέγγιση συχνά απλής «πρόσθεσης και ανάμειξης» ‒ των γυναικών / του φύλου / της ισότητας των φύλων), όλα κατέληγαν στη διαπίστωση ότι επρόκειτο για ένα σχεδόν αναγκαστικό και «από τα πάνω» σχεδιασμό πολιτικών, που είχαν συχνά την επίφαση μιας gender sensitive προσέγγισης και που έπρεπε να διατυπωθούν περίπου ως μια συμβατική υποχρέωση στο περιβάλλον της Δημόσιας Διοίκησης, που όχι μόνο δεν ευαισθητοποιήθηκε πραγματικά ποτέ για τα θέματα αυτά, αλλά υπήρξε συνήθως «εχθρική» στο να εντάξει στον τρόπο εργασίας της πρακτικές που είχε εισαγάγει η ευρωπαϊκή πολιτική. Το πρόβλημα που αναγνώριζα ως απολύτως δομικό τότε –και παραμένει ως κύριος προβληματισμός μου και σήμερα– ήταν το κατά πόσο διαγιγνώσκονται κάθε φορά οι πραγματικές ανάγκες των υποκειμένων, προς τα οποία οι σχεδιαζόμενες (τοπικές) πολιτικές προσανατολίζονται, αλλά και το κατά πόσο οι πολιτικές αυτές έχουν μια κάποια προστιθέμενη αξία σε βάθος χρόνου. Δύο με τρία χρόνια αργότερα, όταν η οικονομική κρίση είχε πλέον ήδη αρχίσει να διαβρώνει όλους τους τομείς της δημόσιας ζωής, ήταν πλέον ξεκάθαρο ότι οι πολιτικές για την έμφυλη και κοινωνική ισότητα, τις διακρίσεις, τα δικαιώματα, είχαν τεθεί στο περιθώριο της πολιτικής ατζέντας και επιπλέον δεν μπορούσαν να προσφέρουν τίποτα προς τις ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού που η κρίση «χτύπησε» περισσότερο.

Αναστοχαζόμενη γύρω από τα ζητήματα αυτά, στο παρόν κείμενο θα επιχειρήσω να σκιαγραφήσω την εμπειρία μου από τη… «μετωπική σύγκρουση» της ακαδημαϊκής με την επαγγελματική μου ταυτότητα: μέσα στις υφεσιακές συνθήκες της δεκαετίας 2010-2020, που δυναμίτισαν παγιωμένα εύθραυστες κοινωνικές ισορροπίες, βρέθηκα σε μια διαρκή ταλάντωση μεταξύ ακαδημαϊκής προσέγγισης-συστημικής προσέγγισης-μικροεπιπέδου, τρεις αυτοτελείς, εντέλει, πυλώνες. Η καθημερινότητα στο μικροεπίπεδο, εγγύτερα στο οποίο βρισκόμουν, ήταν αμείλικτη, οι διαπιστώσεις καταιγιστικώς απογοητευτικές, οι ματαιώσεις διαρκείς. Η καθημερινή μου διεπίδραση με άτομα που ανήκουν στις λεγόμενες «ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού» αφηγούνταν μια ολότελα άλλη ιστορία, από αυτήν που περιγράφει και που προσπαθεί να οριοθετήσει το νομικό σύστημα. Αν και επιχείρησα, με… ομολογουμένως παταγώδη αποτυχία, να συγκεράσω στοιχεία της ακαδημαϊκής και συστημικής προσέγγισης στην επαγγελματική καθημερινότητά μου και ιδίως στις διαβουλεύσεις που μου ανέθεσε η Διοίκηση να συμμετάσχω για τη συγκρότηση τοπικών πολιτικών με έμφαση στο φύλο, με απογοήτευση αντιλήφθηκα ότι μια τέτοια απόπειρα ήταν σχεδόν αδύνατη: Η αυτοτέλεια των συστημάτων (ιδίως μέσα σε συνθήκες κρίσης) δεν επιτρέπει «τεχνάσματα» μεταξύ τους «συμφιλίωσης». Έπρεπε να «διαλέξω πλευρά»! Τη «θεωρία»; Το «σύστημα»; Το μικροεπίπεδο;

Γλωσσικός σεξισμός (εις την νιοστή): Η γλώσσα λέει πάντα την αλήθεια

Η γλώσσα αποτελεί ένα από τα πλέον προνομιακά πεδία για την πληρέστερη κατανόηση του πώς λειτουργούν και πώς γίνονται κατανοητές οι κοινωνικές σχέσεις, πώς οργανώνονται οι θεσμοί, πώς τα νοήματα αποκτούν κανονιστική σημασία, εντέλει πώς συγκροτείται και λειτουργεί η εξουσία (Scott, 2006, σσ. 143-144). Παρακολουθώντας τη γλώσσα –και δη τη γλώσσα της Δημόσιας Διοίκησης– μπορούμε να αντιληφθούμε τα εμπόδια που συναντά κάποιος/α σε κάθε εγχείρημα μεταβολής παγιωμένων γλωσσικών σχημάτων, πολύ δε περισσότερο σε κάθε προσπάθεια μεταβολής μιας συνολικής οπτικής. Έχοντας αναλάβει θέση ευθύνης εντός του οργανισμού στον οποίο υπηρετούσα, επιχείρησα, μεταξύ άλλων, να εκπαιδεύσω το προσωπικό ευθύνης μου στην ορθή χρήση της γλώσσας, τόσο κατά τη σύνταξη δημόσιων εγγράφων όσο και στον συνομιλιακό λόγο. Ορισμένα από τα ζητήματα στα οποία έδινα και συνεχίζω να δίνω έμφαση είναι η πλήρης αποφυγή σεξιστικής γλώσσας στα δημόσια έγγραφα, η ορθή αποτύπωση του γραμματικού γένους (αποφυγή γενικευτικής χρήσης του αρσενικού, προκειμένου να μην υπάρχει μορφολογικός αποκλεισμός του θηλυκού γραμματικού γένους και να επιτυγχάνεται, έτσι, μορφολογική –και κοινωνική– συμμετρία στη χρήση της γλώσσας), η επίτευξη σημασιοπραγματολογικής συμμετρίας (Παυλίδου, 2002).

Σε πρόσφατο νομοθέτημα (Ν. 4604/19) με τίτλο «Προώθηση της ουσιαστικής ισότητας των φύλων, πρόληψη και καταπολέμηση της έμφυλης βίας και άλλες διατάξεις», γίνεται πλέον ρητή αναφορά σε «απαγόρευση στη χρήση διατυπώσεων που υποκρύπτουν ή εμπεριέχουν έμφυλη διάκριση κατά τη σύνταξη των διοικητικών εγγράφων» (αρ. 12). Με το δε άρθρο 14 του ίδιου νόμου, τροποποιείται η περίπτωση ζ΄ της παρ. 1 του αρ. 107 του Ν. 3528/07i και προβλέπεται πως συνιστά πλέον πειθαρχικό παράπτωμα «η χρήση γλώσσας έμφυλης διάκρισης κατά την άσκηση των καθηκόντων» των δημόσιων υπαλλήλων.

Ωστόσο, παρά την «απαγόρευση», ολόκληρο το νομοθέτημα των εκατόν τριάντα οχτώ άρθρων, την ώρα που στην αιτιολογική έκθεσή του διακηρύσσει τη φιλοδοξία του να αναμετρηθεί με «παγιωμένες πρακτικές και νοοτροπίες, αναπαραγωγικές των διακρίσεων με βάση το φύλο» (Υπ. Εσ., 2019, σελ. 1), εντούτοις, ακολουθώντας την πεπατημένη του λόγου που χρησιμοποιείται στα δημόσια έγγραφα αλλά και στον δημόσιο (γραπτό και συνομιλιακό) λόγο γενικότερα, είναι ένα παράδειγμα… προς αποφυγήν, αναφορικώς με τον γλωσσικό σεξισμό (Τσοκαλίδου, 1996), με τη γραμματική και το συντακτικό του να επιβεβαιώνουν ότι η εμπεδωμένη μέσω της γλώσσας πραγματικότητα εξακολουθεί όχι απλώς να δίνει έμφαση (και φυσικά, ηγεμονική υπόσταση) στη συντριπτική κυριαρχία του αρσενικού γένους και Λόγου,ii αλλά να (ανα)παράγει ασύμμετρες σχέσεις εξουσίας, συστατικές της κοινωνικής οργάνωσης (Φουκώ, 1987). Σήμερα δεν πρέπει πλέον να αμφιβάλλουμε πως αναπαράγοντας, στην καθημερινή γλωσσική παραγωγή, την κυριαρχία του αρσενικού γένους, στην πραγματικότητα, αποδεχόμαστε ως «φυσιολογική» την άνιση και ιεραρχημένη σχέση μεταξύ των φύλων. Κατά την Παυλίδου (ό.π., σελ. 50) «… ο γλωσσικός εξοβελισμός των γυναικών οδηγεί στον συμβολικό αποκλεισμό τους από όλα τα πεδία και τις δραστηριότητες της κοινωνίας που χαίρουν κάποιας αναγνώρισης ή αξίας».

Αξίζει εδώ να υπενθυμιστεί ότι, σε σχετική εγκύκλιο της Γενικής Γραμματείας Ισότητας των Φύλωνiii ήδη από το 2016, οι φορείς της δημόσιας διοίκησης προτρέπονταν να μελετήσουν τον «Οδηγό χρήσης μη σεξιστικής γλώσσας στα διοικητικά έγγραφα», που είχε εκπονηθεί από τη Γενική Γραμματεία, «συμμετέχοντας στη συνολική προσπάθεια πολιτισμικής και δημοκρατικής υπέρβασής του»iv (ΓΓΙΦ, 2016). Με βάση τη μέχρι σήμερα εμπειρία, διαπιστώνεται ότι η προτροπή αυτή για τη διακριτή γραμματοσυντακτική απεικόνιση του φύλου με όρους ισότητας (Γκασούκα και Γεωργαλλίδου, 2018) έχει παραμείνει, σε συντριπτικά ποσοστά, «κενό γράμμα», ενώ, στις ελάχιστες περιπτώσεις που χρησιμοποιείται, οι συντάκτες και συντάκτριες των εγγράφων θεωρούνται περίπου γραφικές/οί. Γραφικές και γραφικοί θεωρούμαστε επίσης εντός του οργανισμού που υπηρετούμε, όλοι/ες οι συντάκτες/τριες εγγράφων του τμήματος, τα οποία συντάσσονται με βάση τις παραπάνω οδηγίες, αλλά θεωρούνται (καθ’ ομολογία συναδέλφων άλλων υπηρεσιών) έγγραφα «κουραστικά», που δεν ακολουθούν τις γενικές αρχές οικονομίας της γλώσσας (όπου «γενική αρχή οικονομίας» θεωρείται οπωσδήποτε η γενικευτική χρήση του αρσενικού γραμματικού γένους), «εμμονικά», ακόμη και «περιφρονητικά» της γραμμής που ακολουθεί το πλήθος των δημόσιων εγγράφων.

«Το πρόβλημα είναι μόνο η γλώσσα της δημόσιας διοίκησης;» ευλόγως θα αναρωτηθούμε. Είναι, δηλαδή, σημαντικό το γεγονός ότι στο πολυαναμενόμενο νομοθέτημα του Υπουργείου Εργασίας, στον Ν. 4538/18, συνεχίζουμε να κάνουμε λόγο για «υιοθεσία», παρά το γεγονός ότι κοινωνιογλωσσικές μελέτες, που μετρούν περισσότερα από είκοσι χρόνια, προτείνουν ότι τακτικές για την αποφυγή του γλωσσικού σεξισμού είναι η αντικατάσταση σεξιστικών λέξεων / λεξημάτων με ουδέτερες συνώνυμες αντιστοιχίες, ώστε να αποφεύγονται αρνητικά στερεότυπα, όπως, για παράδειγμα, η αντικατάσταση της λέξης «υιοθεσία» με τη λέξη «τεκνοθεσία» (Τσοκαλίδου, ό.π., σελ. 43˙ Πηλαβάκη, 2016, σσ. 42,59);

Θεωρίες για το φύλο και gender mainstreaming: μια συνάντηση που… ματαιώθηκε

Φυσικά και το πρόβλημα δεν είναι μόνο η γλώσσα. Το πρόβλημα με το gender mainstreaming, δηλαδή με την «ενσωμάτωση της διάστασης του φύλου στην προετοιμασία, στο σχεδιασμό, στην εφαρμογή, στην παρακολούθηση και την αξιολόγηση πολιτικών, κανονιστικών μέτρων και προγραμμάτων δαπανών, με στόχο την προώθηση της ισότητας μεταξύ γυναικών και ανδρών και την καταπολέμηση των διακρίσεων» (Γκερμότση και Σακελλαρίου, 2009, σελ. 14), είναι, καταρχάς, ότι ακόμη και σήμερα «δεν διευκρινίζει ούτε πώς γίνεται αντιληπτή η έμφυλη ισότητα ούτε, βεβαίως, η θεμελιακή έννοια φύλο» (Παντελίδου-Μαλούτα, 2010, σελ. 261). Η αντιμετώπιση του φύλου ως ενός προφανούς στοιχείου της καθημερινότητας, το οποίο δεν χρήζει πολιτικής ανάλυσης, άρα ούτε και εννοιολογικής οριοθέτησης, υποβίβασε συχνά τις πολιτικές του gender mainstreaming σε «απλές» πολιτικές θετικών διακρίσεων για τις γυναίκες, υποκρύπτοντας τον κίνδυνο οι πολιτικές αυτές να θεωρηθούν «περιττές» (Στο ίδιο, σσ. 260-261).

Φυσικά, στην πορεία των ετών, έγιναν σημαντικά βήματα, σχεδιάστηκαν πολιτικές και εξειδικεύτηκαν προγράμματα, το κρατικό δίκαιο τροποποιήθηκε και συνεχίζει να τροποποιείται, εντέλει, η έννοια του φύλου τέθηκε στο προσκήνιο των συζητήσεων (Razavi, 1997). Στη διάρκεια πενήντα ετών περάσαμε από τις πολιτικές της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών στην αγορά εργασίας (Συνθήκη Ρώμης 1957-1982), στις πολιτικές θετικών δράσεων υπέρ των γυναικών (πολιτική ίσων ευκαιριών στην αγορά εργασίας, μείωση του κατά φύλα επαγγελματικού διαχωρισμού της αγοράς εργασίας, εναρμόνιση οικογενειακών και επαγγελματικών υποχρεώσεων) (1982-1990), έπειτα στις πολιτικές ίσων ευκαιριών στο σύνολο της κοινωνίας, με έμφαση σε δράσεις για την απασχόληση, και στην προώθηση των γυναικών στα κέντρα λήψης αποφάσεων με την ανάληψη θετικών δράσεων (1991-2000), στις προσπάθειες ένταξης της ισότητας των φύλων σε όλες τις πολιτικές (gender mainstreaming) της Συνθήκης του Άμστερνταμ (1997) κι έπειτα σε μια διευρυμένη προσέγγιση για την ισότητα των φύλων ([και όχι μόνο για την ισότητα των ευκαιριών] που παρείχε «νομιμοποιητική» βάση για τη συγκρότηση πολιτικών για την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών) και στην αντιμετώπιση του φύλου ως πηγής διάκρισης εξίσου με τη φυλετική καταγωγή, την αναπηρία και τις σεξουαλικές προτιμήσεις (Στρατηγάκη, 2002˙ Αθανασάτου, 2014) και σήμερα, με τον Ν. 4604/19, επιχειρείται η εμπέδωση ουσιαστικής ισότητας και η καταπολέμηση της έμφυλης βίας,v αλλά και η αλλαγή οπτικής, ώστε το γυναικείο φύλο να μην αντιμετωπίζεται πλέον ως «ειδική κατηγορία».vi

Παρ’ όλα αυτά, το gender mainstreaming έχει δεχτεί (και συνεχίζει να δέχεται) αξιοσημείωτη κριτική, η οποία εμφανίζεται εντεινόμενη από τη δεκαετία του ’90 μέχρι σήμερα. Και σήμερα βασικό έρεισμα της ασκούμενης κριτικής αποτελεί η απώλεια της πολιτικής και ιστορικής διάστασης του φύλου στη σχέση του με το gender mainstreaming (Milward, Mukhopaghyay και Wong, 2015), η αντιμετώπιση, δηλαδή, του φύλου ως αϊστορικού και απολιτικού στοιχείου, με «νεφελώδη» και αόριστη νοηματοδότηση, που «προστίθεται» κατά «τεχνοκρατικό» τρόπο στη συγκρότηση πολιτικών (Mukhopaghyay, 2014˙ Sluga, 2014). Πολιτικών οι οποίες, μάλιστα, δεν προϋποθέτουν πάντοτε συγκεκριμένες δεσμεύσεις από τους εμπλεκόμενους φορείς και επιπλέον είναι ομογενοποιητικές, αγνοώντας τις δομικές διαφορές σε σχέση με την εθνική καταγωγή, την τάξη, τον σεξουαλικό προσανατολισμό, αποκλείοντας, άρα, ενδεχομένως, μεγάλες κατηγορίες ατόμων προς τα οποία οι πολιτικές αυτές υποτίθεται πως προσανατολίζονται (Woodford-Berger, 2009).

Ο πρόσφατος νόμος για την προώθηση της ουσιαστικής ισότητας και την καταπολέμηση της έμφυλης βίας (4604/19) οραματίζεται να παρέμβει αποτελεσματικά αναμετρώμενος με «παγιωμένες πρακτικές και νοοτροπίες» (Υπ. Εσ., ό.π., σελ. 1). Στο σχεδιασμό του θέλει να συμπεριλάβει την κοινωνία των πολιτών και τις συλλογικές οργανώσεις. Ωστόσο, στο σκεπτικό του αναμειγνύει την πατριαρχία ως απλή πρόσθεση σε μια… παράξενη εξίσωση και ως να ήταν το μόνο πρόβλημα, ενώ υποθέτει ότι «κατ’ εξοχήν το γυναικείο φύλο» (Στο ίδιο, σελ. 1) υφίσταται διακρίσεις. Πράγματι, όπως ορθώς επισήμαινε η Γενική Γραμματεία Ισότητας των Φύλων, θυμίζοντας ότι έχουμε μετατοπιστεί από τις πολιτικές θετικών διακρίσεων, δεν αντιμετωπίζει το «γυναικείο φύλο ως ειδική κατηγορία» (ΓΓΙΦ, 2019), όμως το αντιμετωπίζει ως ενιαία και συμπαγή κατηγορία, χωρίς καμία αναφορά στην κοινωνικά, ιστορικά και πολιτισμικά συγκροτημένη γυναικεία εμπειρία, χωρίς να λαμβάνει υπόψη του τον ανομοιογενή και ανομοιόμορφο τρόπο συγκρότησης των όρων της καταπίεσης που τη δομούν πολυπαραγοντικώς (στη βάση της ηλικίας, της φυσικής ικανότητας, της κοινωνικής τάξης, της φυλής, της εθνότητας, του σεξουαλικού προσανατολισμού κτλ.), χωρίς να προβληματοποιεί τις πολιτισμικές, γεωγραφικές και κοινωνικές κατατμήσεις, διαιρέσεις και αποκλεισμούς (Αθανασίου, 2006, σσ. 33-34)· ενοποιώντας την κατηγορία «γυναικείο φύλο», αντιμετωπίζει, προφανώς, την εμπειρία των γυναικών ως κοινή και «οικουμενική», και περίπου αγνοώντας τις –τουλάχιστον σαράντα ετών– θεωρητικές συζητήσεις στο πλαίσιο του δυτικού φεμινισμού γύρω από το ζήτημα αυτό, αναπαράγει (στρατηγικώς) τον δυισμό.

Εξάλλου, η δυσπιστία ως προς το κατά πόσο είναι δυνατό το κρατικό δίκαιο να μεταβάλλει ιστορικά διαμορφωμένες κοινωνικές δομές και νόρμες, και μάλιστα, ως μια μορφή «από τα πάνω» θεσμικής επιβολής, περίπου ομοιογενούς στο (μετα)νεωτερικό ευρωκεντρικό αναπτυξιακό Παράδειγμα, χωρίς να λαμβάνει υπόψη του τις τοπικότητες των κοινωνικών σχέσεων και δομών, είναι ένα από τα ζητήματα που ακόμη προκαλούν έντονο σκεπτικισμό (Ρεθυμνιωτάκη, Μαροπούλου και Τσακιστράκη, 2016˙ Zia, 2008˙ Tolhurst et al., 2012˙ Adusei-Asante, Hancock και Oliveira, 2015). Πώς μπορεί το κράτος, που, με τους νεωτερικούς θεσμούς του, συγκρότησε και αναπαρήγαγε την ανδρική κυριαρχία (McKinnon, 1982) και δημιούργησε μια κοινωνική οργάνωση με διπολικούς όρους, να εγγυηθεί ουσιαστική ισότητα για όλες και όλους; Έπειτα, ποια είναι η μορφή της «ουσιαστικής ισότητας», που σχεδιάζει να εγκαθιδρύσει; Μια ισότητα βασισμένη στην ενότητα οικουμενικών κατηγοριών («γυναίκες»), «προϊόν» ουσιοκρατικών διπολικών κατηγοριοποιήσεων; Αρνούμενο την πολλαπλότητα και τη διαφορετικότητα, δίνοντας έμφαση στην ομοιότητα και επιβάλλοντας ως φυσική την υπόθεση του αρραγούς της ενότητας των κατηγοριών «γυναικείο φύλο» και «γυναικεία εμπειρία» (αν και εφόσον η τελευταία δεν αγνοείται), το κράτος επιβάλλει μια σειρά κανονιστικών όρων, αναπαράγοντας τις σκληρά ιεραρχημένες αντιλήψεις για τον κόσμο και την κοινωνική οργάνωση (πρβλ. Scott, 2006). Έτσι, την ώρα που επιχειρείται ένας εκσυγχρονισμός (έστω «επιβεβλημένος» με βάση τις επιταγές του Συντάγματος, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ευρωπαϊκού δικαίου) στο κρατικό δίκαιο, που, υπό προϋποθέσεις, θα μπορούσε να βρει εφαρμογή και στην ίδια την κοινωνική οργάνωση, την ώρα που διακηρύσσεται μεγαλοστόμως η πρόθεσή της να αντιπαλέψει παγιωμένες πρακτικές που αναπαράγουν διακρίσεις με βάση το φύλο, αλλά και να διαμορφώσει «τις βάσεις και τις προϋποθέσεις για την πραγμάτωση της ουσιαστικής ισότητας των φύλων και την άρση των έμφυλων διακρίσεων σε όλα τα πεδία της δημόσιας, κοινωνικής και οικονομικής ζωής» (Υπ. Εσ., ό.π., σελ. 1), η θεσμική οργάνωση φαίνεται ότι εξαρχής θέτει συγκεκριμένες προτεραιότητες, παραμένοντας προσκολλημένη στους «παραδοσιακούς» ομογενοποιητικούς στόχους της, ενσωματώνοντας επιφανειακώς και κατ’ επίφαση τις διαστάσεις του φύλου και της ισότητας, αγνοώντας τις δομές ανισότητας και ασυμμετρίας και παραγνωρίζοντας τις υποκειμενικότητες (πρβλ. Κραβαρίτου, 2003).

Τοπικές πολιτικές για την ισότητα των φύλων: ασκήσεις επί χάρτου

Ένα παράδειγμα που ενισχύει την παραπάνω δυσπιστία, ως προς τη δυνητική επιτυχία μιας «από τα πάνω» θεσμικής επιβολής πολιτικών, είναι η «Ευρωπαϊκή Χάρτα για την Ισότητα των Φύλων στις τοπικές κοινωνίες». Από το 2011 οι ΟΤΑ κλήθηκαν να υπογράψουν τη «Χάρτα», η οποία στόχευε στην ανάληψη δεσμεύσεων για την ένταξη της διάστασης του φύλου σε όλες τις πολιτικές τους (gender mainstreaming). Η «Χάρτα», που είχε εκπονηθεί από το Συμβούλιο των Δήμων και των Περιφερειών της Ευρώπης (CEMR) σε συνεργασία με είκοσι εταίρους,vii, με την υποστήριξη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής μέσω του 5ου Κοινοτικού Προγράμματος Δράσης για την Ισότητα των Φύλων, καλούσε τις τοπικές και περιφερειακές αρχές της Ευρώπης που θα την υπέγραφαν να «αναλάβουν δημόσια επίσημη δέσμευση για την προώθηση της αρχής της Ισότητας των Φύλων και να υλοποιήσουν, εντός της επικράτειάς τους, τις δεσμεύσεις που διατυπώνονται στη Χάρτα». Προκειμένου να συμβάλει στην υλοποίηση αυτών των δεσμεύσεων, κάθε υπογράφουσα αρχή αναλάμβανε «να καταρτίσει ένα Σχέδιο Δράσης για ένταξη της Ισότητας των Φύλων, στο οποίο καθορίζονται οι προτεραιότητες, οι ενέργειες και τα μέσα για το σκοπό αυτόν. Επιπλέον, κάθε υπογράφουσα Αρχή αναλαμβάνει να αναπτύξει σχέσεις με όλα τα όργανα και τους φορείς στην επικράτειά της, προκειμένου να προωθήσει την επίτευξη ουσιαστικής ισότητας στην πράξη» (ΓΓΙΦ, 2011, σελ. 3). Η «Χάρτα» αποτελούσε συνέχεια της «Πόλης της Ισότητας» (2005), ένα εργαλείο ανταλλαγής καλών πρακτικών των τοπικών και περιφερειακών αρχών της Ευρώπης, με στόχο την απεικόνιση του ιδανικού πορτρέτου μιας gender sensitive πόλης (Μάρη και Μπίρμπας, 2011).

Στο ίδιο πλαίσιο οι πρωτοβάθμιοι ΟΤΑ ενθαρρύνονταν να συγκροτήσουν «Δημοτικές Επιτροπές Ισότητας των φύλων» για την εξέταση και εισήγηση προς τα Δημοτικά Συμβούλια ειδικών θεμάτων (Στο ίδιο). Σε πολλούς Δήμους και Περιφέρειες οι επιτροπές αυτές συγκροτήθηκαν, οργανώθηκαν δράσεις, διατυπώθηκαν πολιτικές, όμως δεν ήταν παρά σποραδικές. Το «φύλο», πάντως, όπως θα έπρεπε να νοείται, ως αναλυτική κατηγορία, ως παραπομπή σε «κοινωνικά και πολιτισμικά συγκροτημένες, μεταβαλλόμενες αλλά σταθερά ιεραρχικές σχέσεις» (Αβδελά, 2010, σελ. 91), που εμπεριέχουν αποκλεισμούς, αντιφάσεις, αμφισημίες και ποικίλες βιωμένες υποκειμενικότητες, ήταν απόν από τη συζήτηση. Όπως απούσες ήταν και παραμένουν οι «φωνές» των υποκειμένων προς τα οποία οι gender inclusive πολιτικές θα προσανατολίζονταν.

Σήμερα, πάλι, με το πρόσφατο νομοθέτημα που στοχεύει στην προώθηση της ουσιαστικής ισότητας των φύλων, επανέρχονται στο προσκήνιο τόσο το ζήτημα των επιτροπών αυτών όσο και η «Χάρτα» του 2011.viii Ο νόμος προχωρεί στη θεσμοθέτηση Αυτοτελών Γραφείων Ισότητας στις Περιφέρειες, στην Κεντρική Ένωση Δήμων Ελλάδας (ΚΕΔΕ) και την Ένωση Περιφερειών Ελλάδας (ΕΝ.Π.Ε.), στην επανασυγκρότηση Επιτροπών Ισότητας στους Δήμους και στην αναβάθμιση των Περιφερειακών Επιτροπών Ισότητας (ΓΓΙΦ, 2019), οι οποίες είχαν θεσμοθετηθεί ήδη δέκα χρόνια νωρίτερα, με το αρ. 186 του Ν. 3852/10. Το αν αυτή η εκ νέου θεσμοθέτηση θα έχει, αυτή τη φορά, κάποιο απτό αποτέλεσμα είναι κάτι που θα διαφανεί στο μέλλον, όμως, η συγκρότηση επιτροπών αυτοτελώς ή ακόμη και σε συνδυασμό με την «αναγκαστική» επιβολή της ένταξης της οπτικής του φύλου στις δημόσιες (τοπικές) πολιτικές είναι βέβαιο πως δεν αρκεί για να εκριζώσει παγιωμένες αντιλήψεις και να μεταβάλει σκληρά δομημένες ιεραρχικές σχέσεις.

Η αδυναμία χάραξης και ουσιαστικής εφαρμογής τοπικών και περιφερειακών πολιτικών που να ενσωματώνουν την οπτική της ισότητας των φύλων εγγράφεται και σε ένα γενικότερο περίγραμμα «άρνησης» εκ μέρους της ελληνικής Δημόσιας Διοίκησης να ενσωματώσει τους στόχους πολιτικών για την ισότητα στα προγράμματα και στον τρόπο εργασίας της, αλλά και να αναγνωρίσει εμπράκτως την έμφυλη ανισότητα ως πρόβλημα δημόσιας πολιτικής, η οποία ενισχύθηκε περισσότερο από το κλίμα ανασφάλειας που δημιούργησαν μετά το 2011 οι πολιτικές περιστολής δημοσιονομικών δαπανών και οι ανησυχητικές προοπτικές απασχόλησης και στο Δημόσιο (Στρατηγάκη, 2013, σσ. 81-82).

Κρίση και ευάλωτες ομάδες

Οι χρονιές 2010-2019 είναι η «δεκαετία της μεγάλης οικονομικής κρίσης», μια δεκαετία ανατροπών στην πολιτική, οικονομική και κοινωνική ζωή της χώρας. Χρέος, ύφεση, λιτότητα, κοινωνική απορρύθμιση, φτώχεια, κοινωνικός αποκλεισμός, ανθρωπιστική κρίση συνθέτουν το σκηνικό των ετών αυτών, στη διάρκεια των οποίων σημειώθηκε μεγάλη οπισθοδρόμηση σε όλους τους τομείς της δημόσιας ζωής.

Από τις συνθήκες επλήγησαν περισσότερο, όπως ήταν αναμενόμενο, τα άτομα τα οποία ανήκουν στις λεγόμενες «ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού»,ix που, στην πραγματικότητα, η ευαλωτότητά τους συνίστατο ουσιαστικώς στο ότι ανήκαν σε «μη κυρίαρχες», σε «υποδεέστερες» κατηγορίες˙ αυτές και αυτοί δέχτηκαν τις περισσότερες επιθέσεις κάθε μορφής. Και μάλιστα, σε όσο περισσότερες μη κυρίαρχες κατηγορίες ανήκε κάποια/ος, τόσο δυσμενέστερη ήταν η θέση της/του. Γυναίκα-μετανάστρια-άτομο με αναπηρία-ζώντας κάτω από το όριο της φτώχειας: πολλαπλές κατηγοριοποιήσεις, πολλαπλές διακρίσεις, πολλαπλά προβλήματα. Όλα πολλαπλάσια. Όλα στο μάξιμουμ.

Η καθημερινή διεπίδρασή μου με τα άτομα αυτά αποκάλυπτε με τον πιο παραστατικό τρόπο, από τη μια, τις αδυναμίες του συστήματος που υπηρετούσα, και από την άλλη, τους τρόπους με τους οποίους οι συνέπειες της πρωτοφανούς κρίσης –κοινωνικές ανισότητες, διακρίσεις και κοινωνικός αποκλεισμός, έμφυλη και φυλετική βία, φτώχεια και επισιτιστική ανασφάλεια ή/και ένδεια, αστεγία– εγγράφονται στις εμπειρίες και στα σώματά τους. Το φύλο, η τάξη, η εθνικότητα, οι σχέσεις εξουσίας, η ασυμμετρία, η πατριαρχία, όλα ήταν παρόντα στις εξιστορήσεις αυτών των ανθρώπων, παρόντα σε κάθε αναπαράστασή τους για την κοινωνική οργάνωση, με βάση τη δική τους εμπειρία και υποκειμενικότητα, αυτή που βίωναν στην καθημερινότητά τους και που έχει ειδικό βάρος και συγκεκριμένη νοηματοδότηση, ερμηνεία, διαπραγμάτευση (πρβλ. Μπενβενίστε, 1994). Το «εδώ και το τώρα» τους ήταν εκεί και καλούσε για άμεσες λύσεις και παρεμβάσεις, όμως η εμπειρία τους, η βιωμένη μέχρι το κόκκαλο –ιδίως σε αυτές τις συνθήκες κρίσης– ήταν απούσα από τις πολιτικές και τη θεσμική αντιμετώπιση των διακρίσεων. Αυτή η εμπειρία χρειαζόταν άμεσα να αναδειχτεί, να τεθεί στο προσκήνιο της συζήτησης και να γίνουν, με βάση αυτήν, οι αναγκαίες συνδέσεις και αναγωγές, διατρέχοντας, καθέτως και οριζοντίως, όλο το πεδίο της δημόσιας ζωής.

Φυσικά, κάτι τέτοιο δεν έγινε. Δεν υπήρχε, άλλωστε, χρόνος. Το αποσπασματικό και διάτρητο «κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας», που αποκαλύφθηκε μεσούσης της κρίσης, από το οποίο απουσίαζε έστω ένα γενικής εμβέλειας πρόγραμμα εισοδηματικής ενίσχυσης ευάλωτων ατόμων και οικογενειών,x γεγονός το οποίο «συνέβαλε αποφασιστικά στη μεγάλη αύξηση της ακραίας φτώχειας σε συνθήκες βαθιάς οικονομικής ύφεσης, ραγδαίας αύξησης της ανεργίας και σημαντικής μείωσης των εισοδημάτων» (Ματσαγγάνης et al., 2017, σελ. 80), έπρεπε επειγόντως να ενισχυθεί. Οι πολιτικές της περιόδου για τον ευάλωτο πληθυσμό χαρακτηρίζονται κυρίως από προγράμματα εισοδηματικής ενίσχυσης, επισιτιστικής και βασικής υλικής συνδρομής, ελεύθερης πρόσβασης των ανασφάλιστων και ευάλωτων ομάδων στο σύστημα νοσηλευτικής και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, αύξησης της απασχολησιμότητας των ανέργων κτλ.

Ωστόσο, η λιτότητα, οι περικοπές μισθών και συντάξεων, η εκτόξευση της ανεργίας, σε συνδυασμό με τις δημοσιονομικές προσαρμογές που θεωρήθηκαν αναγκαίες για την εφαρμογή προγραμμάτων εισοδηματικής ενίσχυσης σε νοικοκυριά με χαμηλά εισοδήματα, σε μια χώρα με σαθρό φορολογιστικό σύστημα και εξαιρετικά υψηλά ποσοστά παραοικονομίας, οδήγησαν σε έναν κοινωνικό αυτοματισμό που στοχοποίησε τις ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού, εκτινάσσοντας μια ρητορική διχοτομήσεων (και, στην περίπτωση των μεταναστών/τριών, μια ρατσιστική ρητορική μίσους). Οι ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού κλήθηκαν να αντιπαλέψουν τις σκληρές συνθήκες της κρίσης, που τις έπληξαν περισσότερο, την απουσία υποστηρικτικού πλαισίου, αλλά και το στιγματισμό τους –και μάλιστα, σε κυβερνητικό επίπεδο– συλλήβδην ως «τεμπέληδες», «επαγγελματίες άνεργοι» και «επιδοματάκηδες».xi

Πολιτικές σε… κρίση, κινήματα σε επανεκκίνηση

Στη δίνη της κρίσης παραγκωνίστηκαν αισθητώς οι πολιτικές με αιχμή τα δικαιώματα και αποκαλύφθηκε η ένδεια των θεσμικών παρεμβάσεων που είχαν προηγηθεί και οι αδυναμίες του συστήματος να πράξει όσα υποσχόταν και όσα προέβλεπε το πολυδαίδαλο κανονιστικό του πλαίσιο. Όπως παρατηρεί η Στρατηγάκη, στην πραγματικότητα, η οικονομική κρίση χρησιμοποιήθηκε ως πρόσχημα για μια αναδίπλωση σε πολιτικά πεδία τα οποία δεν άπτονταν μεν άμεσα αυτής, αλλά σχετίζονταν με μια συνολική στροφή προς το νεοσυντηρητισμό που, φυσικά, ευνοήθηκε από την κρίση, στα «εύκολα θύματα» της οποίας συγκαταλέγονται «οι πολιτικές ισότητας των φύλων, κατά των διακρίσεων, για την υπεράσπιση των ανθρώπινων δικαιωμάτων, υπέρ των δικαιωμάτων των ομοφυλοφίλων και οι πολιτικές κατά του ρατσισμού και της ξενοφοβίας» (2013, σελ. 83), που είχαν αναπτυχθεί σε εποχές με ανθηρότερη οικονομική ανάπτυξη και που στη διάρκειά της υποβαθμίστηκαν δραματικά στην ελληνική κυβερνητική ατζέντα θεωρούμενες ως «πολυτέλεια», σε αντιδιαστολή προς τα επείγοντα προβλήματα που ανέκυψαν. Όμως, αυτά ακριβώς τα «επείγοντα» προβλήματα είναι που έπληξαν περισσότερο τα υποκείμενα προς τα οποία οι πολιτικές που αναδιπλώθηκαν στη διάρκεια της κρίσης (ή με πρόσχημα αυτήν) προσανατολίζονταν αρχικώς.

Ως αντίδραση στις πρωτόγνωρες νέες συνθήκες, σύντομα εξερράγη στη βάση, στα σημεία που η κρίση «χτύπησε» με μεγαλύτερη ορμή, έντονη κινηματική δράση, ένα ευρείας κλίμακας και αιτημάτων κοινωνικό κίνημα, με νέες μορφές συλλογικής δράσης και αντίστασης με έντονο το στοιχείο της αυτοοργάνωσης και της αλληλεγγύης (Κοσυφολόγου, 2019, σελ. 48). Με αφετηρία το αντιμνημονιακό κίνημα, το οποίο εξέφρασε επίσης «μεταϋλιστικά αιτήματα και αιτήματα συνολικής αλλαγής της κοινωνίας» (Στο ίδιο, σελ. 44), ως το κίνημα των Πλατειών του 2011, τα κοινωνικά δικαιώματα, οι έμφυλες και φυλετικές ανισότητες, αλλά και η ανάγκη διάρθρωσης φύλου, τάξης και φυλής στη συγκρότηση μιας νέας κινηματικής στρατηγικής –ιδίως μετά την άνοδο της Άκρας Δεξιάς και την εκπροσώπησή της στο Κοινοβούλιο από τον Μάιο του 2012– τέθηκαν εκ νέου στο προσκήνιο. Πολύ σύντομα, παρά τη γενικότερη ύφεση του φεμινιστικού κινήματος τα προηγούμενα χρόνια (Σαμίου, 2006, σελ. 70), άρχισαν να πληθαίνουν και οι φωνές που καλούσαν για ένα «νέο φεμινιστικό κίνημα στην εποχή της κρίσης», ένα «επόμενο κύμα» (Μητραλιά, 2015). Ωστόσο, ενώ υπήρξε –και συνεχίζει να υπάρχει– πλήθος οργανώσεων, ομάδων και συλλογικοτήτων, που αρθρώνουν πλούσιο και διεκδικητικό λόγο απέναντι στο σεξισμό, το μισογυνισμό, την πατριαρχία, τις έμφυλες ανισότητες, όπως παρατηρεί η Κοσυφολόγου, «η καθημερινότητα μέσα στις συνθήκες της κοινωνικής κρίσης απέχει ακόμη αρκετά από το να είναι φεμινιστική» (ό.π., σελ. 48). Αρκετές φεμινιστικές πρωτοβουλίες στην Αθήνα παραμένουν «νομαδικές», στεγασμένες σε προσωρινούς χώρους, χωρίς αίσθηση ασφάλειας και οικειότητας για τα μέλη τους, ενώ το κίνημα παραμένει «διάσπαρτο», «κομματιασμένο» και «ατομικοποιημένο» (Μητραλιά, ό.π.˙ Λουκά, 2019).

Ωστόσο, υπό το βάρος της έντονης κινηματικής δράσης τα πολιτικά κόμματα και οι οργανώσεις της Αριστεράς, αναγνωρίζοντας τις έμφυλες διαστάσεις των συνεπειών της κρίσης (και, εν πολλοίς, ανιχνεύοντας στο κίνημα μια «δεξαμενή» δυνητικών ψηφοφόρων), ενέταξαν εκ νέου στην πολιτική τους ατζέντα ζητήματα και διεκδικήσεις για θέματα φύλου και έμφυλης και κοινωνικής ισότητας, γεγονός που αντανακλά και την ιστορικότητα της σχέσης Αριστεράς και φεμινιστικού κινήματος στην Ελλάδα (Κοσυφολόγου, ό.π., σσ. 45-46). Η οικειοποίηση των φεμινιστικών αιτημάτων από τους «εξουσιαστικούς μηχανισμούς ενσωμάτωσης» του κράτους (Σαμίου, ό.π., σελ. 65), όμως, αποτελεί και σήμερα «μελανό» σημείο για τις φεμινιστικές συλλογικότητες που θεωρούν ότι, απέναντι σε ένα νέο διακύβευμα, μια επανεκκίνηση του φεμινιστικού κινήματος δεν πρέπει να κινδυνέψει με καπήλευση ή να «κρατικοποιηθεί», θυμίζοντας το πρόσφατο παρελθόν του κινήματος: Αν και το γυναικείο κίνημα υπήρξε καταλύτης για τη διαμόρφωση της δημόσιας πολιτικής κατά τη Μεταπολίτευση, διευρύνοντας τη συζήτηση για την πολιτική ισότητα και αρθρώνοντας ένα φιλελεύθερο λόγο του οποίου τα επιχειρήματα αναπτύσσονταν –πέραν της «αναγκαστικής», λόγω ένταξης στην ΕΟΚ, ισότητας ευκαιριών μεταξύ ανδρών και γυναικών στην αγορά εργασίας– γύρω από τις έννοιες «αυτονομία», «ισότητα», «δικαιώματα» και «άτομο», περίπου από το 1981 το κράτος ακολούθησε μια συστηματική διαδικασία ταυτόχρονης εξουδετέρωσης και ενσωμάτωσης του φεμινισμού προς όφελος του εκσυγχρονισμού. Έτσι, ο φεμινισμός από «άσεμνη» και «ξενόφερτη» λέξη, θέση και ιδεολογία, που τάραζε τα πολιτικά νερά, ανακηρύχτηκε επίσημη ιδεολογία, η οποία σηματοδοτούσε τη νομική ισότητα που εισήγαγε η κυβέρνηση (Βαρίκα 2005 [2000], σσ. 294, 303-304˙ Cowan, 1996, σελ. 72˙ Στρατηγάκη, 2013, σελ. 61). Η «κρατικοποίηση» του φεμινισμού θεωρείται ότι «έπνιξε» το λόγο των γυναικών, κάνοντας το κίνημα να μοιάζει παρωχημένο, ενώ δημιούργησε τη λανθασμένη εντύπωση ότι τα προβλήματα μπορούν να επιλυθούν μέσω της κρατικής παρέμβασης (Σαμίου, ό.π., σελ. 65). Η ιδιοποίηση των φεμινιστικών αγώνων του παρελθόντος από τον κρατικό μηχανισμό λειτουργεί ακόμη και σήμερα αποτρεπτικώς για τη συγκρότηση μιας κοινής κινηματικής «γλώσσας», αφήνοντας χώρο στο υφέρπον ρεύμα αντιφεμινισμού, που «τρέφεται» από τις νεοφιλελεύθερες συνθήκες κοινωνικού συντηρητισμού της εποχής.

Αποσυνδέσεις και ελλείμματα συνομιλίας

Στη διάρκεια των ετών της κρίσης, αποκαλύφθηκε, με τον σκληρότερο πιθανό τρόπο, η αποτυχία των θεσμικών παρεμβάσεων των προηγούμενων δεκαετιών για την άρση των ανισοτήτων: Η ευθραυστότητα των πολιτικών αυτών, συνδυασμένη με την αδυναμία και απροθυμία της Δημόσιας Διοίκησης να τις ενσωματώσει παραγωγικά στη λειτουργία της, αποδείχτηκε απολύτως επικίνδυνη για την κοινωνική συνοχή.

Δεν ξέρω αν η δεκαετής κρίση μάς δίδαξε ή θα μας διδάξει κάτι. Αν ζητούμενο είναι η γεφύρωση του χάσματος μεταξύ της θεσμικής προσέγγισης και του μικροεπιπέδου, αν θέλουμε, δηλαδή, κάποτε, να συγκροτηθούν (αλλά και να εφαρμοστούν) ουσιαστικές πολιτικές που έχουν νόημα για την εμπειρία των υποκειμένων προς τα οποία αυτές προσανατολίζονται, που θα βελτιώσουν το «εδώ και το τώρα» τους, την καθημερινότητα και την προοπτική επιβίωσής τους, και δεν παράγονται… απλώς για να παραχθούν, τότε αυτή την ώρα είμαστε ακόμη σε λάθος δρόμο. Η βία και, ακόμη χειρότερα, οι δολοφονίες και γυναικοκτονίες (πόσοι «Ζακ», πόσοι «Λουκμάν», πόσοι «Ζίφλε», «Γιακουμάκηδες» και «Ελένες», πόσες ομοφοβικές / τρανσφοβικές επιθέσεις, πόση χλεύη για τα άτομα με αναπηρία…) δεν αντιπαλεύονται με νομικά ή θεωρητικά «ευχολόγια».

Το κρατικό δίκαιο και οι θεσμοί αυτοτελώς δεν μπορούν να μεταβάλουν στην πράξη τη ζωή των υποκειμένων εκείνων που «παρεκκλίνουν» από τις «ηγεμονικές» κατηγορίες, πολύ απλά γιατί το κρατικό δίκαιο κατασκευάζει τις κατηγορίες αυτές, συντηρεί και αναπαράγει την ιεραρχική ασυμμετρία: Τα υποκείμενα δεν είναι ευάλωτα επειδή, όπως πολύ συγκεκριμένα αναφέρει η νομοθεσίαxii, «η κοινωνική ένταξή τους», δηλαδή «η δημιουργία των προϋποθέσεων για την ισότιμη συμμετοχή» τους «στην κοινωνική και οικονομική ζωή εμποδίζεται από σωματικά και ψυχικά αίτια ή λόγω παραβατικής συμπεριφοράς», αλλά, αντιθέτως, γιατί οι προϋποθέσεις αυτές εξαρχής δεν υφίστανται κατά συστηματικό και οργανωμένο τρόπο. Πάντοτε η γλώσσα λέει την αλήθεια: Τι μας «διδάσκει» εδώ το κρατικό δίκαιο; Ότι το ευάλωτο υποκείμενο «εμποδίζεται» λόγω της «ευαλωτότητάς» του. Αυτή ακριβώς η «στοχοποίηση» της ευαλωτότητας, το γεγονός, δηλαδή, ότι ανάγεται σε σωματικά, ψυχικά ή άλλα αίτια η αδυναμία ένταξης ενός υποκειμένου στην κοινωνική και οικονομική ζωή, αναπαράγει την ιεραρχική σχέση μεταξύ «κανονικών» και «μη κανονικών» υποκειμένων και συγχρόνως «απαλλάσσει» από τις όποιες ευθύνες τη θεσμική και κοινωνική οργάνωση, τους πραγματικούς υπαίτιους τη μη ένταξης.

Προκειμένου να γεφυρωθεί η τεράστια απόσταση που χωρίζει τις θεσμικές προσεγγίσεις από τα προβλήματα της βάσης, είναι αναγκαία μια συνολική αναθεώρηση των ρόλων και της αλληλεπίδρασης πολλών μερών: Δεν νοείται σχεδιασμός πολιτικής που δεν αφουγκράζεται τις φωνές των δρώντων υποκειμένων –εφόσον προς όφελός τους υποτίθεται πως σχεδιάζονται οι πολιτικές– ή που δεν ενσωματώνει στην οπτική του την παραχθείσα ακαδημαϊκή έρευνα, όχι «προσθέτοντας και ανακατεύοντας» κατά το δοκούν έννοιες και θεωρίες, αλλά με τρόπο δημιουργικό και με πραγματική διάθεση για θεωρητική «συνομιλία». Από την άλλη, δεν νοείται ένας «αποστειρωμένος» ακαδημαϊκός χώρος που βρίσκεται έξω από την κοινωνική ζωή, παράγοντας επιστήμη για όσες/ους είναι σε θέση να παρακολουθήσουν τις «θεωρίες», για τους/τις «ολίγους/ες», ή που λειτουργεί με τη λογική της «αυθεντίας». Δεν νοείται οι σφαίρες διαμόρφωσης πολιτικών και –δυνητικώς– διαμόρφωσης σκέψης και δράσης να βρίσκονται σε μεταξύ τους θεωρητικές προστριβές, είτε, συγχρόνως, να μην συνομιλούν επαρκώς και να μην ενσωματώνουν την εμπειρία των κινημάτων, που γεννιούνται στη βάση και διαμορφώνονται από τις ανάγκες της ίδιας της κοινωνίας. Υπάρχει, εκ των πραγμάτων, μια αναντίρρητη διαπλοκή μεταξύ όλων των μερών, όμως ακόμη δεν υπάρχει μια κοινή μεταξύ τους «γλώσσα». Οι ατομικές και συλλογικές αναγνώσεις της διαπλοκής αυτής είναι αυτές που, τελικώς, καθορίζουν τη στάση καθεμιάς και καθενός από εμάς απέναντι στα μικρά ή μεγάλα ζητήματα, τόσο σε προσωπικό όσο και σε επαγγελματικό επίπεδο. Στην καθημερινότητά μας, καμιά και κανείς δεν θα έπρεπε να καλείται να «διαλέξει πλευρά»: Τη «θεωρία»; Το «σύστημα»; Τον «ακτιβισμό»; Ο στόχος είναι κοινός και πρέπει να είναι η συνολική αλλαγή οπτικής.

Σημειώσεις

i «Κώδικας κατάστασης δημοσίων πολιτικών διοικητικών υπαλλήλων και υπαλλήλων ΝΠΔΔ».

ii Ενδεικτικά παραδείγματα: «για εφήβους και ενηλίκους», «και συγκεκριμένα της εξοικείωσης του αιτούντος», «Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών» (αρ. 32, παρ. 1), «Όσοι έχουν φοιτήσει με επιτυχία», «Όσοι κατέχουν πιστοποιητικό επάρκειας» (αρ. 32, παρ. 2), «αν διαπιστωθεί ότι αιτών» (αρ. 35, παρ. 1) / αρ. 6: «Η Δημοτική Επιτροπή Ισότητας […] αποτελείται από τα εξής μέλη: α. Έναν (1) Αντιδήμαρχο ή εντεταλμένο ή δημοτικό/ή σύμβουλο ως Πρόεδρο, β. Έναν (1) δημοτικό/ή σύμβουλο των λοιπών παρατάξεων του δημοτικού συμβουλίου, γ. Έναν (1) υπάλληλο της Κοινωνικής Υπηρεσίας ή της Υπηρεσιακής Μονάδας Κοινωνικής Πολιτικής και Πολιτικών Ισότητας των Φύλων του δήμου, δ. Έναν (1) εκπρόσωπο της Ένωσης Συλλόγων Γονέων του δήμου, ε. Έναν (1) εκπρόσωπο τοπικού επαγγελματικού / εμπορικού συλλόγου ή συνεταιριστικής οργάνωσης, στ. Έναν (1) εκπρόσωπο τοπικού γυναικείου / φεμινιστικού συλλόγου/φεμινιστικής οργάνωσης ή μη κυβερνητικής οργάνωσης με δράση στα θέματα της ισότητας των φύλων, ζ. Δύο (2) εμπειρογνώμονες δημότες με ισότιμη εκπροσώπηση των φύλων» / αρ. 9: «… συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και αποτελείται από τα εξής μέλη: α) τον Γενικό / Γραμματέα Ισότητας των Φύλων, ως Πρόεδρο, β) έναν (1) εκπρόσωπο του Υπουργείου Εσωτερικών, με τον αναπληρωτή του, γ) έναν (1) εκπρόσωπο του Υπουργείου Δικαιοσύνης, με τον αναπληρωτή του, δ) δύο (2) μέλη διδακτικού-ερευνητικού προσωπικού (ΔΕΠ) των ΑΕΙ με ειδίκευση στις σπουδές φύλου, ε) έναν (1) εκπρόσωπο του ΚΕΘΙ, στ) τους Προέδρους των Επιτροπών […], περ. 6. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών καθορίζονται ο τρόπος λειτουργίας του ΕΣΙΦ […] κτλ.

iii Σήμερα «Γενική Γραμματεία Οικογενειακής Πολιτικής και Ισότητας των Φύλων» του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων. Με το αρ. 4, παρ. 2 του ΠΔ 81/2019 (ΦΕΚ 119 Α΄/2019), «η Γενική Γραμματεία Ισότητας των Φύλων του Υπουργείου Εσωτερικών που συστάθηκε με το άρθρο 27 του ν. 1558/1985 (Α΄ 137), μεταφέρεται, ως σύνολο αρμοδιοτήτων, θέσεων, προσωπικού και εποπτευόμενων φορέων, στο Υπουργείο Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης το οποίο μετονομάζεται σε Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων. Στην εποπτεία του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων μεταφέρεται επίσης, ως σύνολο αρμοδιοτήτων, θέσεων και προσωπικού, το Κέντρο Ερευνών για Θέματα Ισότητας, το οποίο συστάθηκε με το άρθρο 5 του ν. 1835/1989 (Α’ 76), όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει».

iv Εξάλλου, στην αιτιολογική έκθεση του Υπουργείου Εσωτερικών προς τη Βουλή αναφορικά με τον Νόμο 4604/19, αναφέρεται συγκεκριμένα ότι: «Στο άρθρο 12 προβλέπεται η απαγόρευση του γλωσσικού σεξισμού στα διοικητικά έγγραφα και η υποχρέωση των διοικητικών υπηρεσιών να μεριμνούν για την εφαρμογή του Οδηγού που εκπονήθηκε από τη Γενική Γραμματεία Ισότητας των Φύλων με τίτλο “Υπέρβαση του γλωσσικού σεξισμού και ένταξη της διάστασης του φύλου στα διοικητικά έγγραφα” και γνωστοποιήθηκε με την με ΑΔΑ:ΩΣΞΧ465ΦΘΕ-ΧΦ9 εγκύκλιο του αναπληρωτή Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης (Υπ. Εσ., 2019, σελ.5).

v Με βάση την αιτιολογική έκθεση του Υπουργείου Εσωτερικών προς τη Βουλή, με τις διατάξεις του πρώτου μέρους του νόμου αυτού: «[…] εισάγεται για πρώτη φορά στην εθνική έννομη τάξη ένα αυτοτελές θεσμικό πλαίσιο […] του οποίου το ρυθμιστικό αντικείμενο δεν εξαντλείται στη θέσπιση σημειακών ρυθμιστικών παρεμβάσεων, αποκαταστατικών της αρχής της ίσης μεταχείρισης μεταξύ των φύλων, […] ούτε συνιστά αυτούσια μεταφορά ενωσιακών ή διεθνών κανονιστικών κειμένων […]». Αντιθέτως, όπως αναφέρει η έκθεση, ο νόμος «διατρέχει οριζόντια το σύνολο των βιοτικών και έννομων σχέσεων, ιδιωτικού και δημοσίου δικαίου, κατατείνοντας στην εμπέδωση της ουσιαστικής ισότητας των φύλων και στην καταπολέμηση της έμφυλης βίας, μέσα από στοχευμένες παρεμβάσεις που αναμετρώνται με παγιωμένες πρακτικές και νοοτροπίες, αναπαραγωγικές των διακρίσεων με βάση το φύλο». Όπως τονίζεται: «Στο πλαίσιο αυτό με επίγνωση του γεγονότος ότι, σε κοινωνίες με μακρά πατριαρχική παράδοση, την ανωτέρω υποβάθμιση υφίσταται κατ’ εξοχήν το γυναικείο φύλο, το σχέδιο νόμου, […] επιδιώκει την πρόβλεψη πολιτικών, μέτρων και δράσεων που θα υλοποιούνται εκ μέρους της Πολιτείας, αλλά και που θα διαμορφώνουν τους όρους, ώστε η κοινωνία των πολιτών και οι συλλογικές οργανώσεις να εντείνουν και να οργανώσουν τη δράση τους προς την κατεύθυνση αυτή» (Υπ. Εσ., 2019, σελ. 1).

vi Σε ανακοίνωσή της, λίγες μέρες μετά τη δημοσίευσή του, η Γενική Γραμματεία Ισότητας των Φύλων, κωδικοποιώντας τα βασικά χαρακτηριστικά του νέου νόμου, επισήμανε, μεταξύ άλλων, ότι για πρώτη φορά ένας νόμος διέπεται από μια συνολική θεώρηση των έμφυλων σχέσεων, χωρίς να αντιμετωπίζει το γυναικείο φύλο ως «ως ειδική κατηγορία» (ΓΓΙΦ, 2019).

vii Εκ μέρους της Ελλάδας εταίρος ήταν η Κεντρική Ένωση Δήμων και Κοινοτήτων Ελλάδας (ΚΕΔΚΕ).

viii Σύμφωνα με το αρ. 5 του Ν. 4604/19: «Στην παρ. Ι του άρθρου 75 του ν. 3463/2006 (“Κύρωση Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων” ‒ Α΄ 114), προστίθεται υποπερίπτωση 35 ως εξής: “35. Η σχεδίαση, η οργάνωση, ο συντονισμός και η εφαρμογή προγραμμάτων προώθησης της ισότητας των φύλων, σύμφωνα με τις πολιτικές της ΓΓΙΦ και το Εθνικό Σχέδιο Δράσης για την Ισότητα των Φύλων και πρωτοβουλιών για την προώθηση της ισότητας των φύλων εντός των διοικητικών τους ορίων, καθώς και την εφαρμογή του εργαλείου της ‘Ευρωπαϊκής Χάρτας για την Ισότητα των Φύλων στις Τοπικές Κοινωνίες’, με την υλοποίηση των δεσμεύσεων που διατυπώνονται σε αυτή για την προώθηση της αρχής της ισότητας των φύλων”».

ix Με τον Ν. 4430/16 ορίζεται ποιες είναι οι ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού: Είναι εκείνες που «η ένταξή τους» (δηλαδή, «η δημιουργία των προϋποθέσεων για την ισότιμη συμμετοχή στην κοινωνική και οικονομική ζωή» [αρ. 2, παρ. 7]) εμποδίζεται από σωματικά και ψυχικά αίτια ή λόγω παραβατικής συμπεριφοράς. Σε αυτές ανήκουν (αρ. 2, παρ. 8): τα άτομα με αναπηρία οποιασδήποτε μορφής, τα τοξικοεξαρτώμενα ή απεξαρτημένα άτομα, οι ανήλικες/οι με παραβατική συμπεριφορά, οι φυλακισμένες/οι και αποφυλακισμένες/οι. Και, επιπλέον, ως «ειδικές» ορίζονται «οι ομάδες εκείνες του πληθυσμού οι οποίες βρίσκονται σε μειονεκτική θέση ως προς την ομαλή ένταξή τους στην αγορά εργασίας, από οικονομικά, κοινωνικά και πολιτισμικά αίτια», ήτοι θύματα ενδοοικογενειακής βίας, θύματα παράνομης διακίνησης και εμπορίας ανθρώπων, άστεγες/οι, άτομα που διαβιούν σε συνθήκες φτώχειας, οικονομικοί μετανάστες/μετανάστριες, μονογονείς, άτομα με πολιτισμικές ιδιαιτερότητες, μακροχρονίως άνεργες και άνεργοι έως 25 ετών και άνω των 50 ετών, πρόσφυγες και αιτούμενες/οι άσυλο, για όσο εκκρεμεί η εξέταση του αιτήματός τους.

x Έως το 2014 η Ελλάδα ήταν η μόνη χώρα στην ΕΕ που δεν εφάρμοζε κανένα πρόγραμμα ελάχιστου εισοδήματος σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο. Το πρώτο πρόγραμμα εισοδηματικής ενίσχυσης νοικοκυριών με πολύ χαμηλά εισοδήματα («Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα») εφαρμόστηκε –με μεγάλες καθυστερήσεις– τον Νοέμβριο του 2014, πιλοτικώς, σε δεκατρείς Δήμους της χώρας και αφού συγγράφηκε ως προτεραιότητα στο κείμενο του πρώτου Μνημονίου το 2010 και προτάθηκε και από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο το 2012. Στη συνέχεια, τον Ιούλιο του 2016 εφαρμόστηκε σε τριάντα Δήμους ως «Κοινωνικό Εισόδημα Αλληλεγγύης» και από τον Φεβρουάριο 2017 σε ολόκληρη την Επικράτεια (Ματσαγγάνης et al., 2017, σσ. 80-84).

xi Ο βουλευτής του ΚΙΝ.ΑΛ. Β. Κεγκέρογλου είχε χαρακτηρίσει το πρόγραμμα «Κοινωνικό Εισόδημα Αλληλεγγύης» ως «παγίδα φτώχειας», που «όσοι το παίρνουν αρνούνται να εργαστούν για να παίρνουν το επίδομα, ενώ η τότε υπουργός Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Θ. Φωτίου, απαντούσε ότι «είναι ντροπή αυτοί που φτωχοποίησαν τη χώρα να αποκαλούν τους πολίτες τεμπέληδες και επιδοματάκηδες». (Αυγή, 2019).

xii αρ. 2, παρ. 7 & 8, Ν. 4430/16

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ελληνόγλωσση

Αβδελά, Ε. (2010). «Η ιστορία του φύλου στην Ελλάδα. Από τη διαταραχή στην ενσωμάτωση». Στο: Β. Καντσά, Β. Μουτάφη, Ε. Παπαταξιάρχης (επιμ.). Φύλο και κοινωνικές επιστήμες στη σύγχρονη Ελλάδα (σσ. 89-117). Αθήνα: Αλεξάνδρεια.

Αθανασάτου, Ι. (2014). Εθνικές και ευρωπαϊκές πολιτικές. 4η θεματική ενότητα εκπαιδευτικού υλικού. Αθήνα: Κέντρο Ερευνών για Θέματα Ισότητας.

Αθανασίου, Α. (2006). «Εισαγωγή: Φύλο, εξουσία και υποκειμενικότητα μετά το “δεύτερο κύμα”». Στο: Α. Αθανασίου (επιμ.). Φεμινιστική θεωρία και πολιτισμική κριτική (σσ. 13-138). Αθήνα: Νήσος.

Βαρίκα, Ε. (2005)[2000]. Με διαφορετικό πρόσωπο: Φύλο, διαφορά και οικουμενικότητα, Αθήνα: Κατάρτι.

Γκασούκα, Μ., Γεωργαλλίδου, Μ. (2018). Οδηγός χρήσης μη σεξιστικής γλώσσας στα δημόσια έγγραφα. Γενική Γραμματεία Ισότητας των Φύλων (ΓΓΙΦ). Αθήνα: Εθνικό Τυπογραφείο.

Γκερμότση, Β., Σακελλαρίου, Ε. (2009). Οδηγός καλών πρακτικών εφαρμογής της ένταξης της διάστασης του φύλου (gender mainstreaming) στη Δημόσια Διοίκηση. Αθήνα: Κέντρο Ερευνών για Θέματα Ισότητας.

Κοσυφολόγου, Α. (2019). Οι έμφυλες διαστάσεις του καθεστώτος λιτότητας στην Ελλάδα (2010-2017). Αθήνα: Ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ ‒ Παράρτημα Ελλάδας.

Κραβαρίτου. Γ. (2003). «Η προβληματική του φύλου στην ελληνική νομική επιστήμη». Ανακοίνωση στο συνέδριο «Το φύλο, τόπος συνάντησης των επιστημών. Ένας πρώτος ελληνικός απολογισμός». Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και Ιστορίας, Πανεπιστήμιο Αιγαίου 11-12 Οκτωβρίου.

Λουκά, Μ. (2019). «Η Αθήνα έχει φεμινισμό. Τώρα απέκτησε κι ένα Φεμινιστικό Αυτόνομο Κέντρο Έρευνας». Άρθρο που ανακτήθηκε από: https://popaganda.gr/stories/i-athina-echi-feminismo-tora-apektise-ki-ena-feministiko-aftonomo-kentro-erevnas/ (τελευταία πρόσβαση στις: 10/5/2020).

Μάρη, Ε., Μπίρμπας, Δ. (2011). Οδηγός εφαρμογής της ευρωπαϊκής Χάρτας για την ισότητα των φύλων στις τοπικές κοινωνίες. Αθήνα: Γενική Γραμματεία Ισότητας των Φύλων.

Ματσαγγάνης, Μ. Λεβέντη, Χ., Καναβιτσά, Ε., Φλεβοτόμου, Μ. (2017). Μια αποδοτικότερη πολιτική για την καταπολέμηση της ακραίας φτώχειας. Αθήνα: Διανέοσις.

Μητραλιά, Σ. (2015). «Το ελληνικό φεμινιστικό κίνημα χτες και σήμερα. Για ένα νέο φεμινιστικό κίνημα στην εποχή της κρίσης» (29/4/2015). Άρθρο που ανακτήθηκε από: https://tomov.gr/2015/04/29/to-elliniko-feministiko-kinima-chtes-simera/ (τελευταία πρόσβαση στις: 10/5/2020).

Μπενβενίστε, Ρ. (1994). «Αφήγηση και Ιστορία: Μια εισαγωγή στη συζήτηση περί αφηγηματικότητας στην Ιστορία». Στο Θ. Παραδέλλης, Ρ. Μπενβενίστε (επιμ.). Αφηγηματικότητα, Ιστορία και Ανθρωπολογία. Πρακτικά Διημερίδας 1-2 Απριλίου 1994 (σσ. 1-24). Μυτιλήνη: Πανεπιστήμιο Αιγαίου, Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας.

Παντελίδου-Μαλούτα, Μ. (2010). «Η “ανισότητα των φύλων” ως πρόβλημα πολιτικής: Άρρητες παραδοχές της σύγχρονης πολιτικής ανάλυσης». Στο: Β. Καντσά, Β. Μουτάφη, Ε. Παπαταξιάρχης (επιμ.). Φύλο και κοινωνικές επιστήμες στη σύγχρονη Ελλάδα (σσ. 257-273). Αθήνα: Αλεξάνδρεια.

Παυλίδου, Θ.-Σ. (2002). «Γλώσσα-γένος-φύλο: Προβλήματα, αναζητήσεις και ελληνική γλώσσα». Στο Θ.-Σ. Παυλίδου (επιμ.). Γλώσσα – γένος – φύλο (σσ. 13-76). Θεσσαλονίκη: Παρατηρητής.

Πηλαβάκη, Α. (2016) (επιμ.). Σεξισμός: μια αφανής πραγματικότητα. Λευκωσία: Επιτροπή για την Ισότητα των Φύλων στην Απασχόληση και στην Επαγγελματική Εκπαίδευση.

Ρεθυμνιωτάκη, Ε., Μαροπούλου Μ., Τσακιστράκη, Χ. (2016). Φεμινισμός και Δίκαιο. [ηλεκτρ. βιβλ.] Αθήνα: Σύνδεσμος Ελληνικών Ακαδημαϊκών Βιβλιοθηκών. Ανακτήθηκε από: http://hdl.handle.net/11419/6177

Σαμίου, Δ. (2006). Γυναίκες, φύλο και πολιτική (τέλη 18ου – αρχές 21ου αι.). Ιστοριογραφικές και πολιτολογικές βιβλιογραφικές προσεγγίσεις: μια εισαγωγή. Πανεπιστήμιο Αιγαίου, Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και Ιστορίας.

Scott, J.W. (2006). «Αποδομώντας το δίλημμα “ισότητα ή διαφορά” ή, αλλιώς, η χρησιμότητα της μεταδομιστικής θεωρίας για το φεμινισμό». Στο: Α. Αθανασίου (επιμ.). Φεμινιστική θεωρία και πολιτισμική κριτική (σσ. 141-166). Αθήνα: Νήσος.

Στρατηγάκη, Μ. (2002). «Οι πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την ισότητα των φύλων στην αγορά εργασίας». Επετηρίδα Εργασίας, Αθήνα: Ινστιτούτο Αστικού Περιβάλλοντος-Ανθρώπινου Δυναμικού, Πάντειο Πανεπιστήμιο, σσ. 1-15.

Στρατηγάκη, Μ. (2013). «Η πολιτική ισότητας των φύλων στη δίνη της οικονομικής κρίσης». Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης 41, σσ. 60-83.

Τσοκαλίδου, Π. (1996). Το φύλο της γλώσσας. Οδηγός μη σεξιστικής γλώσσας για τον δημόσιο ελληνικό λόγο. Αθήνα: Σύνδεσμος Ελληνίδων Επιστημόνων.

Φουκώ, Μ. (1987). Εξουσία, γνώση και ηθική. Μτφρ. Ζ. Σαρίκας. Αθήνα: Ύψιλον.

Ξενόγλωσση

Adusei-Asante K., Hancock, P., Oliveira, M. (2015). “Gender Mainstreaming and Women’s Roles in Development Projects: A Research Case Study from Ghana”. Advances in Gender Research 20, σσ. 175-198.

Cowan, J. (1996). “Being a feminist in contemporary Greece. Similarity and difference reconsidered”. In N. Charles, F. Hughes-Freeland (eds) Practicing feminism. Identity, difference and power (σσ. 61-85). London & New York: Routledge.

MacKinnon, C. (1982). “Feminism, Marxism, Method, and the State: An Agenda for Theory”. Signs 7 (3), σσ. 515-544.

Milward, K., Mukhopadhyay, Μ., Wong, F. (2015). “Gender Mainstreaming Critiques: Signposts or Dead Ends?” Institute of Development Studies Bulletin 46 (4), σσ. 75-81.

Mukhopadhyay, M. (2004). “Mainstreaming Gender or ‘Streaming’ Gender Away: Feminists Marooned in the Development Business”. Institute of Development Studies Bulletin 35 (4), σσ. 95-103.

Razavi, S. (1997). “Fitting gender into development institutions”. World Development 25 (7), σσ. 1111-1125.

Sluga, G. (2014). “Add Women and Stir: Gender and the History of International Politics”. Humanities Australia 5, σσ. 65-72.

Tolhurst R., Leach, B., Price, J., Robinson, J., Ettore, E., Scott-Samuel, A., Kilonzo, N., Sabuni, L.P., Robertson, S., Kapilashrami, A., Bristow, K., Lang, R., Romao, F., Theobald, S. (2012). “Intersectionality and gender mainstreaming in international health: Using a feminist participatory action research process to analyze voices and debates from the global south and north”. Social Science & Medicine 74(11), σσ. 1.825-1.832.

Woodford-Berger, P. (2009). “Gender Mainstreaming: What is it (about) and should we continue doing it?” Institute of Development Studies Bulletin 35 (4), σσ. 65-72.

Zia, A. (2008). “Feminism, Gender and Social Policy”. Global Social Policy 8 (3), σσ. 397-404.

Νομοθεσία / Δημόσια έγγραφα και εκδόσεις / Ανακοινώσεις

Γενική Γραμματεία Ισότητας των Φύλων (ΓΓΙΦ) (2011). Ευρωπαϊκή Χάρτα για την Ισότητα των Φύλων στις Τοπικές Κοινωνίες.

Γενική Γραμματεία Ισότητας των Φύλων (ΓΓΙΦ) (2016). Εγκύκλιος Αρ.Πρωτ. ΔΙΑΔΙΠΥΔ / ΤΣΠΕΑΔ / Φ. 18/οικ. 5748 «Υπέρβαση του “γλωσσικού σεξισμού” και ένταξη της διάστασης του φύλου στα διοικητικά έγγραφα».

Γενική Γραμματεία Ισότητας των Φύλων (ΓΓΙΦ) (2019). Ανακοίνωση 29/3/2019: «Δημοσίευση σε ΦΕΚ του Νόμου 4604 για την προώθηση της ουσιαστικής ισότητας των φύλων και την πρόληψη και καταπολέμηση της έμφυλης βίας». Ανακτήθηκε από:

http://www.isotita.gr/%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CF%83%CE%AF%CE%B5%CF%85%CF%83%CE%B7-%CF%83%CE%B5-%CF%86%CE%B5%CE%BA-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BD%CF%8C%CE%BC%CE%BF%CF%85-4604-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CF%80%CF%81/ (τελευταία πρόσβαση στις: 10/05/2019).

Ν. 3852/10 (ΦΕΚ 87 Α/7-6-2010: Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης – Πρόγραμμα Καλλικράτης.

Ν. 4430/16 (ΦΕΚ 205 Α/31-10-2016): Κοινωνική και Αλληλέγγυα Οικονομία και ανάπτυξη των φορέων της και άλλες διατάξεις.

Ν.4538/18 (ΦΕΚ 85 Α/16-05-2018): Μέτρα για την προώθηση των Θεσμών της Αναδοχής και Υιοθεσίας και άλλες διατάξεις

N.4604/19 (ΦΕΚ 50 Α/26-03-2019): Προώθηση της ουσιαστικής ισότητας των φύλων, πρόληψη και καταπολέμηση της έμφυλης βίας ‒ Ρυθμίσεις για την απονομή Ιθαγένειας ‒ Διατάξεις σχετικές με τις εκλογές στην Τοπική Αυτοδιοίκηση ‒Λοιπές διατάξεις.

Π.Δ. 81/2019 (ΦΕΚ 119 Α/8-7-2019): Σύσταση, συγχώνευση, μετονομασία και κατάργηση Υπουργείων και καθορισμός των αρμοδιοτήτων τους ‒ Μεταφορά υπηρεσιών και αρμοδιοτήτων μεταξύ Υπουργείων.

Υπουργείο Εσωτερικών (Υπ. Εσ.) (2019). Αιτιολογική έκθεση προς τη Βουλή των Ελλήνων επί του σχεδίου νόμου «Προώθηση της ουσιαστικής ισότητας των φύλων, πρόληψη και καταπολέμηση της έμφυλης βίας – Ρυθμίσεις για την απονομή Ιθαγένειας ‒ Διατάξεις σχετικές με τις εκλογές στην Τοπική Αυτοδιοίκηση – Λοιπές διατάξεις αρμοδιότητας Υπουργείου Εσωτερικών». Ημερομηνία κατάθεσης: 07/03/2019. Ανακτήθηκε από: https://www.hellenicparliament.gr/UserFiles/2f026f42-950c-4efc-b950-340c4fb76a24/p-emfvia-eis-all.pdf (τελευταία πρόσβαση στις: 10/05/2019).

Διαδίκτυο

«Θ. Φωτίου: Ντροπή ο Κεγκέρογλου να χαρακτηρίζει το Κ.Ε.Α. “παγίδα φτώχειας”». Άρθρο διαθέσιμο στην ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας Αυγή (29/3/2019). Ανακτήθηκε από: http://www.avgi.gr/article/10811/9724624/th-photiou-ntrope-o-kenkeroglou-na-charakterizei-to-kea-pagida-phtocheias- (τελευταία πρόσβαση στις: 10/5/2020).