«Δεν νιώθω τίποτα»: Ανδρισμοί και (παγωμένα) συν-αισθήματα στο νέο προσφυγικό camp της Λέσβου

Τo νέο camp «έκτακτης ανάγκης», που κατασκευάστηκε στη Λέσβο μετά τις πυρκαγιές που έκαψαν τη Μόρια, τον Σεπτέμβρη του 2020, βρίσκεται σήμερα στην περιοχή του Kαρά Τεπέ. Ανάμεσα στον πληθυσμό του camp, περίπου δύο χιλιάδες μόνοι άντρες,1 στην πλειονότητά τους με καταγωγή από το Αφγανιστάν, στεγάζονται, μαζικά συγκεντρωμένοι, μέσα σε μεγάλες σκηνές (rub-holes), χωρητικότητας εκατό, εκατόν πενήντα ατόμων. Η ιδέα των διαχωρισμένων περιοχών (zones)2 δεν είναι, φυσικά, πρωτοφανής και κουβαλά μαζί της συγκεκριμένες ιστορίες κατάτμησης και διαχείρισης εδάφους και πληθυσμών (Ραζάκ, 2008). Η ξεχωριστή, όμως, ύπαρξη σκηνών για τους μόνους άντρες αποτέλεσε μια «καινοτομία» στην ανθρωπογεωγραφία του νέου camp, καθώς στο προσφυγικό camp της Μόριας η πρόβλεψη διαχωρισμένης στέγασης αφορούσε αποκλειστικά γυναίκες και ανήλικα παιδιά. Ενώ στην Μόρια, δηλαδή, το camp (αυτό που επισήμως οριζόταν ως camp) αποτελούνταν κατά βάση από ζώνες «προστασίας» από το υπόλοιπο camp (αυτό που ανεπίσημα οριζόταν ως camp), στο νέο Καρά Τεπέ όλοι έπρεπε να έχουν την θέση τους μέσα στην «υπόσχεση της ασφάλειας». Κατ’ αυτό τον τρόπο, και οι single men δεν θα έπρεπε πια να ζουν στη «ζούγκλα», αλλά στους διαμορφωμένους χώρους που προορίζονται αποκλειστικά για αυτούς. Η έμφυλη και εθνοτική διάρθρωση του camp, τη στιγμή που «εγγυάται» την ασφάλεια, καθιστά δυνατή μια νέα οικονομία ελέγχου και επιτήρησης εντός του. Η νέα αρχιτεκτονική διάταξη αναδύεται ως μια νέα συν-αισθηματική γεωγραφία. Το camp ξεκινά να σκέφτεται με τις αισθήσεις του.3

Στο πλαίσιο των παρεμβάσεων πρόληψης της έμφυλης βίας στο (νέο) camp, έχω βρεθεί συχνά σε επαφή με άντρες και αγόρια, κυρίως νέους και ασυνόδευτους ανήλικους. Η επαφή μου ως συντονιστή ομάδων υποστήριξης και ευαισθητοποίησης με άντρες πρόσφυγες στη Λέσβο ξεδιπλώνεται μέσα από μια σειρά από συν-αισθηματικές γεωγραφίες και κλίματα, τα οποία ταυτόχρονα φαίνεται να καθίστανται «έμφυλες τεχνολογίες» που αναδιαμορφώνουν τα όρια του εαυτού και του άλλου μέσα στο camp. Η βιοπολιτική διαχείριση του συν-αισθήματος μέσα στο «προσφυγικό» διαμορφώνει συγκεκριμένα συν-αισθηματικά κλίματα που δένουν τα έμφυλα σώματα μεταξύ τους, δημιουργώντας συγκεκριμένες μορφές ζωής μέσα στο camp. Θα μπορούσαμε με έναν τρόπο να πούμε πως οι συν-αισθηματικές ατμόσφαιρες που διαμορφώνονται ανάμεσα στους «μόνους άντρες» των rub-holes είναι εξαρχής έμφυλες και διηθημένες μέσα στη βιοπολιτική ρύθμιση του camp. Εξαρχής κατοικημένες, δηλαδή, από τις σχέσεις εξουσίας του φύλου και τις τροπικότητες που αυτές έχουν αποκτήσει μέσα στο νέο καθεστώς του προσφυγικού στη Λέσβο. Αναγκαία, λοιπόν, ακολουθώντας τις ποικίλες και συχνά ταραχώδεις θεωρητικοποίησεις του συν-αισθήματος (affect),4 ερχόμαστε μπροστά στα ερωτήματα των σχέσεων εξουσίας (Αβραμοπούλου, 2018, σ. 12). Εκεί όπου εμφυλοποιημένα και εθνικοποιημένα σενάρια δράσης καθορίζουν τη «γωνία άφιξης» (Αhmed, 2010, σ. 10, όπως εμφανίζεται στο Αβραμοπούλου, 2018, σ. 29) μέσα στο χώρο και το χρόνο, καθώς και τις συν-αισθηματικές εντάσεις που θα «κολλήσουν» εκείνη τη στιγμή πάνω στο σώμα (ό.π, σ. 30). Ξαφνικά, το προσφυγικό camp, ως ένα «δωμάτιο» (Brennan, 2004, σ. 1, στο Αβραμοπούλου, 2018, σ. 20) συν-αισθηματικών αντηχήσεων, μοιάζει να είναι ήδη κατοικημένο από γωνίες (Seigworth & Gregg, 2010, σ. 14). Όσα συμβαίνουν εκεί δεν μπορούν παρά να αφορούν σχέσεις, εντάσεις και συν-αισθηματικούς επηρεασμούς, που γράφονται πάνω στο δέρμα ‒ «στο σύνορο που αισθάνεται» (Ahmed, 2000, σ. 54).

Ακολουθώντας ένα τέτοιο πολιτικό και θεωρητικό πρίσμα, το συν-αισθηματικό κλίμα στο οποίο θα ήθελα να σταθώ είναι αυτό του «παγώματος». Έναυσμα για αυτό αποτέλεσε το γεγονός ότι, κατά τη διάρκεια του χειμώνα, το βασικό θέμα συζήτησης των ομάδων ήταν το κρύο. Το κρύο που δεν σε αφήνει να κοιμηθείς, το κρύο που σε κρατά συνεχώς μέσα στη σκηνή, το κρύο που έρχεται από έξω, το κρύο που έρχεται από μέσα, το κρύο που έχει γίνει μια μορφή να νιώθεις τον κόσμο. «Εδώ δεν έχει τίποτα άλλο πέρα από κρύο». Το νέο camp της Λέσβου είναι «παγωμένο». Ο φετινός χειμώνας στο νησί, με τα έντονα ρεύματα κακοκαιρίας, και η απουσία κάθε πιθανής πρόβλεψης για θέρμανση μέσα στην κατασκευαστική πρακτική του «έκτακτου και προσωρινού» εξανάγκασαν χιλιάδες ανθρώπους να ζουν καθημερινά εκτεθειμένοι στον αέρα, στη βροχή, στο χιόνι και στις παγωμένες δυνάμεις του χειμώνα. Μετά τις πρώτες συναντήσεις με τα αγόρια του camp, σημειώνω: «Βροχή, κρύο, βροχή, κρύο. Δεν αλλάζει τίποτα. Όλα παγωμένα και επαναλαμβανόμενα».

Ποια είναι η θέση που αποκτούν εδώ οι καιρικές συνθήκες για τον τρόπο που τα σώματα νιώθουν και εγκαθιστούν μια συν-αισθηματική σχέση με τον κόσμο; Θα αποκρυβόταν ένα σημαντικό κομμάτι της απάντησης εδώ, αν εννοούσαμε τον καιρό, ή τη θερμοκρασία, ή την ποσότητα της υγρασίας, ή τη δύναμη του ανέμου, ως κάτι «εξωτερικό» προς το σώμα, ή ως ένα ζήτημα «αδιάφορο» προς το σώμα, ή ακόμα και ως ένα φαινόμενο μιας τάξης αλλιώτικης από εκείνη των αισθήσεων και των συν-αισθημάτων. Αντιθέτως, η απάντηση που αναλογεί εδώ δεν ιεραρχεί, ούτε διαχωρίζει οργανικά και ανόργανα στοιχεία, ούτε και προσπαθεί να απομειώσει και να «κλείσει» τον παλμό της ζωής σε ένα οικείο εννοιολογικό σύστημα του «ανθρώπινου» (Anderson, 2014, σ. 25). «Όλα τα σώματα βρίσκονται συνδεδεμένα εν σειρά» (Culp, 2019, σ. 149): ο άνεμος και το χώμα, η ανάσα και τα χνότα της στο κρύο, το κρεβάτι και οι κουβέρτες, ο εαυτός και ο άλλος. Γι’ αυτό και ο καιρός διατρέχει τις σωματικές επιφάνειες.5 Το κρύο γίνεται μια συν-αισθηματική σχέση. Το «πάγωμα» γίνεται ένας τρόπος σύνδεσης με τον κόσμο. Ένας ρυθμός της καθημερινότητας.

«Δεν νιώθω τίποτα», μου λέει ο M., και μετά σιωπή.

Προσπαθεί εδώ και κάποια ώρα να μου περιγράψει έναν τρόπο του να ζεις κάθε μέρα μέσα στη σκήνη μαζί με τους υπολοίπους και ταυτόχρονα να ζεις εντελώς μόνος σου. Τα συν-αισθήματα εδώ μοιάζει να διαταράσσουν την κανονιστική υπόθεση της προσφυγικής κατάστασης ως ενιαίας και κοινής και να πάλλονται ανάμεσα στην πολλαπλότητα που έχουν τοποθετήσεις των υποκειμένων, ενοικώντας πάντα το παρόν και τις σχέσεις τους ως επίδικα, ως σενάρια δράσης ή/και ως συναισθηματικές προσκολλήσεις. Στην περιοχή των «μόνων ανδρών», τα συν-αισθήματα που κολλάνε στα σώματα μοιάζει να αφορούν συγκεκριμένες έμφυλα φορτισμένες, «βίαιες και (κοινωνικά) θανατηφόρες διαδικασίες που παράγουν μορφές ζωής μέσα σε μια διαχωρισμένη εγγύτητα» (Ηaritaworn, Kuntsman, Possoco, 2014, σ. 6). Όπως συζητάνε οι ίδιοι: «Μέσα στη σκηνή ο καθένας είναι μόνος του. Μένουμε όλοι μαζί, αλλά κανείς δεν θέλει να μιλήσει με τον άλλο» ‒ «μένουμε όλοι μαζί, αλλά δεν γνωρίζουμε ποιος μένει στο δίπλα δωμάτιο». Μοιάζει σαν η εξαναγκαστική συγκατοίκηση του camp να δημιουργεί τους όρους της αποσύνδεσης των σωμάτων. Τα σώματα μέσα στην καταναγκαστική εγγύτητα τους απομακρύνονται το ένα από το άλλο, και αυτό το «πάγωμα» της σύνδεσης φαίνεται να αποτελεί έναν από τους τρόπους μέσω των οποίων η «η βιοεξουσία παίρνει μορφή μέσα από την πολιτισμική διαχείριση του συν-αισθήματος» δημιουργώντας ένα πλέγμα από χώρους και χρόνους του κοινωνικού «ανήκειν» (Freeman, 2019, σ. 9-10). Συγκεντρώνοντας τα σώματα, το camp δημιουργεί τους όρους της αποσύνδεσης τους. Το «πάγωμα» γίνεται ένα συν-αίσθημα που διαπερνά το κόσμο του «προσφυγικού» και δημιουργεί τις επιφάνειες των κόσμων του: σώματα συγκεντρωμένα, σώματα διασκορπισμένα.

Η αναγκαιότητα του κρύου, αρθρωμένη μέσα στη βιοπολιτική σχέση του camp, συγκεντρώνει τα σώματα μέσα στη σκηνή, σαν συν-αισθηματικός συντονισμός. Τις μέρες που βρέχει ή τις μέρες που έχει πολύ κρύο, οι περισσότεροι δεν κυκλοφορούν στο camp. Προτιμούν να παραμείνουν στις σκηνές τους, εκεί όπου η εξαναγκασμένη συν-παρουσία των άλλων σωμάτων εξασφαλίζει τουλάχιστον μια πιο ζεστή ατμόσφαιρα από τον έξω χώρο. Όπως μου εξηγεί ο Γ.:

«Μέσα στη σκηνή έχει περισσότερη ζέστη· ξέρεις, από τις ανάσες των ανθρώπων. Από τις πολλές ανάσες, γίνεται πιο ζεστός ο χώρος. Από αυτό, η οροφή είναι σχεδόν πάντα υγρή. Και στάζει».

Το κρύο εγγράφεται μέσα στη χωρική και συν-αισθηματική πολιτική συγκέντρωσης του camp. To κρύο είναι το camp το ίδιο. Το κρύο έχει γίνει ένας τρόπος να νιώθεις τον κόσμο, σημαίνει ότι οργανώνει τους παλμούς και τις εντάσεις, τις κινήσεις και τις ακινησίες, την εγγύτητα και την απόσταση. Το «πάγωμα» καθίσταται ένας «τρόπος (mode) αισθητηριακής δεκτικότητας», ο οποίος τοποθετεί τα σώματα «σε σχέσεις συνάφειας μέσα στο χώρο» (Freeman, 2019, σσ. 9-10). Οι «μόνοι άντρες» του camp, τη στιγμή που αποσύρονται από τη δυνατότητα επικοινωνίας με τον διπλανό τους, την ίδια στιγμή συγκεντρώνονται γύρω από τη ζεστασιά της ανάσας του, δημιουργώντας ένα νέο, ενσώματο και αισθητηριακό χώρο. Σε αυτές τις διαδρομές, τα «παγωμένα» συν-αισθήματα, τη στιγμή που καθορίζουν τις εντάσεις και τις υφές της εγγύτητας και της απόστασης των ανδρικών σωμάτων, καθίστανται τα ίδια η ψυχική ύλη που διαγράφει τα όρια του (έμφυλου) εαυτού και του (έμφυλου) άλλου. Τα παγωμένα συν-αισθήματα «κάνουν» φύλο. Τα παγωμένα συν-αισθήματα (affects) κατασκευάζουν ένα εμφυλοποιημένο συναισθηματικό καθεστώς (Reeser & Gottzén, 2018, σ. 148).6 Η εγγραφή των προσφύγων ανδρών μέσα σε αυτό το καθεστώς καθίσταται μια ‒χωρικά και χρονικά εντοπισμένη‒ έμφυλη τεχνολογία που τους παράγει ως «μόνους άντρες».

Οι συμμετέχοντες στις ομάδες, εντασσόμενοι μέσα σε αυτούς τους «τρόπους του να αισθάνεσαι», κατασκευάζουν και τους τρόπους για να «κάνουν» το φύλο τους. Το συναισθηματικό πάγωμα και η απομόνωσή τους μέσα στις μεγάλες σκηνές της συγκέντρωσης τους τοποθετούν μέσα στο camp, οργανώνουν τους ρυθμούς της καθημερινότητας, τις επαφές και τις φιλίες, τους καβγάδες και τις αγκαλιές, τα νεύρα και τις καταχρήσεις, τις σιωπές και τις κραυγές τους. Το πάγωμα έρχεται και γίνεται ένας έμφυλος τρόπος (mode) σύνδεσης με τον κόσμο. Τι κάνει, όμως, η «ζεστασιά» που φέρνει το «πάγωμα»; Τι συμβαίνει όταν η αυτή η εξαναγκαστική συν-παρουσία γίνεται μια συγκεκριμένη ποσότητα υγρασίας που στάζει από το ταβάνι; Έχει σημασία να δούμε τη σκηνή του παγώματος, τόσο ως κομμάτι ενός έμφυλου συναισθηματικού καθεστώτος που κωδικοποιεί πολιτισμικά τις εντάσεις του camp (αναπαράγοντας συγκεκριμένα έμφυλα μοτίβα συνύπαρξης), όσο και ως μια σκηνή απρόβλεπτων αναδύσεων. Φαίνεται εδώ ότι οι έμφυλες πραγματικότητες που διαμορφώνονται, τη στιγμή που καθίστανται δυνατές μέσα από αυτήν ακριβώς την «παγωμένη» κυκλοφορία του συν-αισθήματος ανάμεσα στα σώματα, την ίδια στιγμή «επιτρέπουν» την πρόσβαση στη συν-αισθηματική «ζέστη» των άλλων. Τα όρια του έμφυλου εαυτού, που οργανώνονται μέσα σε ένα συν-αισθηματικό καθεστώς «παγώματος», συναντούν τις απρόσμενες αποδιοργανώσεις τους, όταν αυτά τα σώματα έρχονται αναγκαστικά κοντά το ένα δίπλα στο άλλο. Συνεπώς, αυτή η σκηνή της «εξαναγκαστικής εγγύτητας», την ίδια στιγμή που εκτυλίσσεται ως μια συγκεκριμένη μορφή βιοπολιτικής ρύθμισης η οποία προωθεί την απομόνωση και το «πάγωμα» εκπληρώνοντας την κανονιστική κατηγορία του «μόνου άντρα», ταυτόχρονα δεν μπορεί να διαφύγει από τις συνεχώς εισρέουσες μετασχηματιστικές δυνατότητες που φέρνουν τα σώματα ως τέτοια. Κανείς δεν ξέρει τι μπορεί να κάνει ένα σώμα (Μπραϊντόττι, 2014, σ. 41), και οι προσφυγικοί ανδρισμοί του camp, όσο αιχμαλωτίζονται από τις εντάσεις της απομόνωσης και του παγώματος, τόσο διαφεύγουν προς άλλες σκηνές εγγύτητας και συνύπαρξης. Γιατί μπορεί να μη θέλουν να γνωρίζουν ποιος κοιμάται στο δίπλα κρεβάτι της σκηνής, αλλά τις κρύες νύχτες έχουν ανάγκη τη ζέστη του. Γιατί μπορεί να μη γνωρίζουν το όνομα του άλλου, αλλά βιώνουν την αίσθηση της ανάσας του. Γιατί, παραμένουν πάντα «συν-αισθηματικοί» (Reeser & Gottzén, 2018, σ. 149): πάντα «προστατευμένοι» από το δέρμα τους και πάντα «εκτεθειμένοι» μέσω αυτού στους άλλους (Cataldi, 1993, σ. 145, όπως εμφανίζεται στο Αhmed, 2000, σ. 45), πάντα οργανωμένοι από το φύλο τους και πάντα εκτεινόμενοι στις άπειρες δυνατότητες που φέρνει η κάθε στιγμή.

Ανάμεσα στις αιχμαλωτίσεις (captures) και τις διαφυγές (flights) τους, η σκηνή του παγώματος χρησιμεύει σε αυτό το κείμενο ως μια νύξη ή μια υποψία για έναν κόσμο όπου το πολιτικό αναδύεται μέσα από σκηνές σχεσιακότητας (Stewart, 2017, σ. 192) οι οποίες μπορούν να γραφούν ή να γίνουν αντικείμενο έρευνας, μόνο στη βάση μιας ενσώματης σχέσης με εμάς τις ίδιες και τους ίδιους. Επομένως, προκειμένου να διακρίνουμε τις πολλαπλές δονήσεις που δημιουργούνται μέσα στις επιφάνειες της πολιτικής ζωής του καθημερινού, πρέπει να απεδαφικοποιήσουμε τη πολιτική από τη σφαίρα ενός θεαματικοποιημένου κόσμου που μπορεί να συμβαίνει μόνο κάπου άλλου, σε κάποιο κλειστό γραφείο ή μέγαρο, που παίρνει τις αποφάσεις αξιώνοντας το «ορθολογικό, και να την εντάξουμε και πάλι μέσα στους «συναισθηματικούς επηρεασμούς (affections)» της καθημερινής σχεσιακότητας, οι οποίοι, «είτε είναι τρυφεροί, είτε συγκαλυμμένοι, είτε βίαιοι, είτε διαφορετικοί» (Stoler, 2004, όπως εμφανίζεται στο Αβραμοπούλου, 2018, σ. 25), αφορούν με καθοριστικό τρόπο τόσο τους τρόπους που νιώθεται το πολιτικό (feeling politics) όσο και τους τρόπους που το πολιτικό αναδύεται μέσα από τη διαχείριση του συν-αισθήματος (politics of feeling) (Bargetz, 2014, σ. 5). Με αυτό τον τρόπο, και το camp, το φύλο, τα σώματα και το κρύο οργανώνονται ως μια συναρμογή δυνάμεων και εντάσεων, που επηρεάζουν συν-αισθηματικά τόσο τους άντρες που συναντώ, όσο και εμένα. Στους ενδιάμεσους χώρους ανάμεσα στα σημεία «της συμπερίληψης και του αποκλεισμού, μεταξύ αρνητικότητας και κατάφασης, μεταξύ τεχνολογιών θανάτωσης και στρατηγικών επιβίωσης και αντίστασης» (Αβραμοπούλου, 2018, σ. 27), αναδύεται η σκηνή της δικής μας ζωής με τους άντρες πρόσφυγες που συναντώ στη Λέσβο. Διαφοροποιημένα μαζί και από κοινού διαχωρισμένοι μέσα στους όρους που επιφύλαξε το δυτικοκεντρικό ανθρωπιστικό βλέμμα, η επαφή μου ως εργαζόμενου με εκείνους πασχίζει να διατηρήσει την ενδεχόμενη έλευση της «απορίας», ως κάτι που «αφυπνίζει τη φαντασία, απέναντι στο μη λεκτικοποιημένο, στο αδιόρατο και στο ανεπαίσθητο» (Αβραμοπούλου, 2018, σσ. 19-20). Μιας απορίας που θέτει στο επίκεντρο της έντασης την ανάδυση μιας πολιτικής του έξω.7 Γιατί, αν το τίμημα για την «υπόσχεση» της συμπερίληψης είναι η ένταξη των προσφύγων μέσα στις ζώνες εγκατάλειψης8 των camps, τότε χρειαζόμαστε την ανάδυση μιας πολιτικής που θα αποδιαρθρώσει τα σύνορα και τις περιχαρακώσεις των δικαιωμάτων· μιας πολιτικής που δεν έχουμε φανταστεί ακόμα· μιας περιπέτειας που ξεκινάει από την αίσθησή μας ότι ο κόσμος είναι ανυπόφορος (Culp, 2019, σ. 118).

Σε αυτό το πλαίσιο, και η σύντομη συζήτηση αυτού του κειμένου, μια συζήτηση που προσπαθεί να συνομιλήσει με την έρευνα του φύλου γύρω από τους «συν-αισθηματικούς ανδρισμούς» (Reeser & Gottzén, 2018, σ. 149),9 αλλά και να συνεισφέρει στην ευρύτερη συζήτηση για τη «συν-αισθηματική στροφή» στις κοινωνικές επιστήμες (Αβραμοπούλου, 2018· Athanasiou, Hantzaroula, Yannakopoulos, 2008), προφανώς και δεν είναι τυχαία. Όπως γράφει η Ελίζαμπεθ Πρόμπιν (Elizabeth Probyn) (2010), «διαφορετικά συν-αισθήματα μας κάνουν να νιώθουμε, να γράφουμε, να σκεφτόμαστε και να δρούμε με διαφορετικούς τρόπους» (Gregg & Seigworth, 2010, σ. 74). Το να «επηρεάζεσαι συν-αισθηματικά» (Favret-Saada, 2012, σ. 437) ‒ως ένα εξαιρετικά πολύτιμο «πρόβλημα»‒ μοιάζει να αφορά την εργασία αυτού του κειμένου καθοριστικά. Με έναν τρόπο, το camp ως συν-αισθηματική ένταση καθόρισε και τους τρόπους που εγώ γράφω για αυτό. Οι συζητήσεις, οι σωματικές εκφράσεις των μελών των ομάδων, οι τόνοι της φωνής και οι εντάσεις της καθώς και το συνολικό κλίμα που αναδυόταν ανάμεσά μας αντηχούν μέσα στη γραφή μου ως συν-αισθηματικές χειρονομίες προς ένα νέο πολιτικό ορίζοντα που, αντί για «επαρκείς συλλήψεις», διαδίδει «ανεπαρκείς αισθήσεις» (Culp, 2019, σ. 117). Ακριβώς γιατί όλα αυτά «έχουν σημασία στο επίπεδο της θεωρίας» (Gregg & Seigworth, 2010, σ. 74). Αφορούν άμεσα «το τι θέλουμε το γράψιμο να κάνει» (ό.π.).

Σημειώσεις

1 «Single men»: Δανείζομαι τον όρο από τις έμφυλες ταξινομήσεις του «προσφυγικού», που περιγράφουν τους άντρες αιτούντες άσυλο οι οποίοι βρίσκονται στην Ελλάδα χωρίς οικογένεια ή σύζυγο. Ο αριθμός που αναφέρω είναι ενδεικτικός και κατά προσέγγιση, για την περίοδο Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου 2021.

2 Το camp διαχωρίζεται σε μια σειρά από ζώνες που αφορούν κατά βάση έμφυλες και εθνοτικές κατηγοριοποιήσεις. Στην κίτρινη ζώνη (yellow zone) βρίσκονται τα rab-holes των μόνων ανδρών (single men), τις περισσότερες φορές με καταγωγή από το Αφγανιστάν.

3 Για περισσότερα σχετικά με αυτή τη στιγμή της «ώθησης για σκέψη», βλ. Culp, 2019, σ. 117.

4 Για τη μετάφραση του affect στα ελληνικά και τη χρήση του όρου «συν-αίσθημα», βασίζομαι στον συλλογικό τόμο Το συν-αίσθημα στο πολιτικό (2018) που επιμελήθηκε η Ειρήνη Αβραμοπούλου. Όπως αναφέρει η ίδια, η χρήση «της ιδιάζουσας παύλας» (σ. 12), πέρα από την αναγκαία διαφοροποίηση που προσφέρει από τις μεταφράσεις του emotion στα ελληνικά, φανερώνει την ίδια την «ανησυχητική σχέση» του affect με τη γλώσσα, λειτουργώντας εντέλει ως μια «παιδαγωγική» αναφορικά με τις πιθανότητες, τους τρόπους και τα μέσα προσέγγισης εκείνου που δεν μπορούμε να περιγράψουμε (ό.π.) ή να κατανοήσουμε (the unknowable) (Hemmings, 2005, σ. 554).

5 Όπως επισημαίνει η Χλόη Κολύρη, το σώμα στο έργο του Ντελέζ (Deleuze) «έχει ξεφύγει από την καθαρά ανθρωποκεντρική του σύλληψη βρίσκεται πάντα σε ένα πεδίο εμμένειας, σε αλληλεπίδραση με άλλα σώματα και ψυχές, ιδέες, συναρμογές, κοινωνικές συγκροτήσεις» (Culp, 2019, σ. 153).

6 Όπως αναφέρουν: «Η κίνηση από το συν-αίσθημα (affect) στο συναίσθημα (emotion) είναι μια σημαντική διαδικασία σε ό,τι αφορά το φύλο: Είναι κομμάτι του τρόπου που το φύλο λειτουργεί» (σ. 151). Τα εμφυλοποιημένα συναισθηματικά καθεστώτα (gendered emotion regimes) προκύπτουν ως πολιτισμικές κωδικοποιήσεις των συν-αισθημάτων (affects) που κυκλοφορούν ανάμεσα στα σώματα και «κολλάνε» επάνω τους.

7 Όπως επισημαίνει ο Culp: «Το έξω μας ανοίγει ένα πέρασμα σε ένα νέο περιβάλλον, όπως το σπασμένο παράθυρο ενός σπιτιού» (2019, σ. 109).

8 Για μια πιο αναλυτική ματιά στις «ζώνες εγκατάλειψης» καθώς και στους τρόπους που στα camps εξασκούνται ταυτόχρονα ο αποκλεισμός από τους «ζωντανούς» και η ένταξη μέσα σε «θανατηφόρες» τοπογραφίες πολέμου, βλ. την εισαγωγή για την κουίρ νεκροπολιτική στον τόμο των: Haritaworn, Kunstman & Posocco (2014).

9 Ακολουθώντας την σκέψη του Ντελέζ, οι συγγραφείς προτείνουν να κατανοήσουμε τους συν-αισθηματικούς ανδρισμούς όχι μόνο ως την ενσώματη έκφραση που ρυθμίζεται από έμφυλα συναισθηματικά καθεστώτα, αλλά επίσης ως το δυναμικό δράσης ανθρώπινων και μη ανθρώπινων σωμάτων (σ. 149).

Βιβλιογραφία

Ξενόγλωσση

Ahmed, S. (2000). “Embodying Strangers”. Στο Avril Horner, Angela Keane (επιμ.). Body Matters: Feminism, Textuality, Corporeality. Μάντσεστερ: Manchester University Press, σσ. 85-97.

Athanasiou, A., Hantzaroula, P., Yannakopoulos, K. (2008). “Towards a new epistemology: the ‘affective turn’”, Historein, 8, σσ. 5-16.

Anderson, B. (2014). Encountering affect: Capacities, apparatuses, conditions. Ashgate Publishing, Ltd.

Bargetz, B. (2014). “Mapping Affect. Challenges of (un) timely politics”. Timing of affect. Epistemologies, aesthetics, politics, σσ. 289-301.

Favret-Saada, J. (2012). “Being affected”, HAU: Journal of Ethnographic Theory, 2 (1), σσ. 435-445.

Freeman, E. (2019). Beside You in Time: Sense Methods and Queer Sociabilities in the American Nineteenth Century. Ντάραμ: Duke University Press.

Gregg, M., Seigworth, G.J., Ahmed, S. (επιμ.). (2010). The affect theory reader. Ντάραμ: Duke University Press.

Haritaworn, J., Kuntsman, A., Posocco, S. (επιμ.). (2014). Queer necropolitics. Λονδίνο: Routledge.

Hemmings, C. (2005). “Invoking affect: Cultural theory and the ontological turn”, Cultural studies, 19 (5), σσ. 548-567.

Reeser, Todd W., Gottzén, Lucas (2018). “Masculinity and affect: new possibilities, new agendas”, NORMA, 13, σσ. 3-4, 145-157.

Ελληνόγλωσση

Culp, A. (2019). Σκοτεινός Ντελέζ, μτφρ. Χ. Κολύρη, Π. Τριτσιμπίδας. Τρίκαλα: Επέκεινα.

Αβραμοπούλου, Ε. (2018). Το συν-αίσθημα στο πολιτικό. Υποκειμενικότητες, εξουσίες και ανισότητες στον σύγχρονο κόσμο. Αθήνα: Νήσος.

Ραζάκ, Ο. (2008). Πολιτική ιστορία του συρματοπλέγματος, μτφρ. Δ. Παπαδουκάκης. Θεσσαλονίκη: Βάνιας / Περάσματα.

Μπραϊντότι, Ρ. (2014). Νομαδικά υποκείμενα. Ενσωματότητα και έμφυλη διαφορά στη σύγχρονη φεμινιστική θεωρία. Αθήνα: Νήσος.