«Είμαστε αλλόκοτα πλάσματα»: Σκέψεις πάνω στην τρωτότητα, με αφορμή τις αφηγήσεις μετανάστευσης νεαρών προσφυγισσών

H εισήγησή μου θα κινηθεί γύρω από τη συνάντησή μου με τη Μάσα. Η Μάσα, ένα δεκαεφτάχρονο κορίτσι από το Ιράν, ταξίδεψε με τη μητέρα της στην Ελλάδα, με σκοπό να φτάσουν και οι δύο στη Γερμανία. Στο αεροδρόμιο έπιασαν τη Μάσα και έτσι αποχωρίστηκε από τη μητέρα της. Η μητέρα της, με το που έφτασε στο αεροδρόμιο της Γερμανίας, συνειδητοποίησε ότι η κόρη της έμεινε πίσω. Η Μάσα εντάχτηκε στο σύστημα προστασίας ανηλίκων και μεταφέρθηκε σε ξενώνα. Τη στιγμή που τη γνώρισα, εκκρεμούσε το αίτημα επανένωσης με τη μητέρα της. Δεδομένων των δομικών περιορισμών στο σύστημα οικογενειακών επανενώσεων και λαμβάνοντας υπόψη την ηλικία της Μάσας, ήταν πολύ πιθανό να έμενε αναπάντητο το αίτημά της και να «εγκλωβιζόταν» ως ενήλικη στην Ελλάδα.

Σκηνή 1: H γνωριμία

Ήταν μέσα Δεκεμβρίου όταν πήγαμε στον ξενώνα. Είχε παγωνιά και δεν βγάλαμε τα μπουφάν μας. Κάθισα στο σαλόνι, όπου έστεκε στη μέση ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο. Η Μάσα μπήκε μέσα χαμογελαστή ‒χαιρόταν που με έβλεπε‒ και αμέσως σχολίασε το χρώμα των μαλλιών μου. Η ίδια είχε πολύ μακριά μαλλιά και φορούσε ένα κοντομάνικο καρό φουστάνι. Απόρησα μέσα μου πως δεν κρύωνε, μια και εγώ ήμουν με παλτό και κασκόλ. Αρχίσαμε να μιλάμε μισά ελληνικά-μισά αγγλικά και να χρησιμοποιούμε τα χέρια μας. Τα χέρια έγιναν η γλώσσα μας. Η ομιλία ήταν «σπαστή», «κουτσή», «ανίκανη» να μας φέρει σε πλήρη επαφή. Η Μάσα, λοιπόν, με ρώτησε με «κουτσά» αγγλικά αν γνώριζα την Billie Eilish. Κούνησα αρνητικά το κεφάλι. Έδειξε έκπληκτη που δεν την γνώριζα και άνοιξε το κινητό της ψάχνοντας στο Youtube να βρει τραγούδι ‒ με έβαλε να ακούσω το «I am a bad guy» μέχρι που ήρθε η διερμηνέας. Μόλις τέλειωσε το τραγούδι, η Μάσα σχολίασε τα πράσινα μαλλιά της Billie Eilish και τα μπλε δικά μου. Το «αλλόκοτο» χρώμα μαλλιών έγινε εκείνη τη στιγμή το σημείο σύνδεσής μας. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο, η «αλλόκοτη» θηλυκότητα, που απέκλινε από τις έμφυλα κανονιστικές νόρμες και αναπαραστάσεις της θηλυκότητας, μας συνέδεσε εκείνη τη στιγμή, ευκαιριακά και εύθραυστα.

Σκηνή 2: H αφήγηση και η ανάλυσή της

Η Μάσα βάρυνε όταν άρχισε να μου μιλάει για το «ταξίδι». Παραθέτω τα λόγια της, κυρίως γιατί η αφήγησή της ήταν συναισθηματικά έντονη και για μένα. Ο μόνος τρόπος να διαχειριστώ την ευαλωτότητα ήταν να την αφήσω να υπάρξει μέσα στο κείμενο, να την αφήσω να «λάβει χώρα», να «συμβεί» ως τέτοια:

Από την Τουρκία στην Ελλάδα ήταν πολύ δύσκολο. Έξι φορές προσπαθήσαμε να περάσουμε, προσπαθούσαμε, προσπαθούσαμε και δεν τα καταφέρναμε, μείναμε τέσσερις μέρες στο χιόνι. Τη δεύτερη φορά, τρεις μέρες έβρεχε, καθόμασταν στη βροχή. Την πρώτη φορά φτάσαμε στο Χ μέρος. Επειδή ήμασταν πολλά άτομα, μας έπιασε η αστυνομία. Η πρώτη φορά ήταν δύσκολη. Μας τα πήραν όλα, όλα μας τα πήραν. Η συμπεριφορά των αστυνομικών ήταν πολύ κακή, ήταν άθλια. Μείναμε φυλακή για ένα βράδυ. Όλα τα πράγματά μας, όλα τα βρήκαν, τα πήραν, μας πήγαν πίσω στο ποτάμι, στο σύνορο Τουρκίας-Ελλάδας, και τα έκαψαν μπροστά μας. Τα βλέπαμε να καίγονται. Φορούσαν μάσκες και δεν μπορούσαμε να δούμε τα πρόσωπά τους… Μας είπαν να κρατάμε χαμηλά τα κεφάλια μας και όποιος/α κουνιόταν, τον χτυπούσαν… Ήταν δύσκολο, τέσσερις μέρες ήμασταν στο χιόνι, έφτανε μέχρι τα γόνατα. Επειδή ήμασταν κοντά στο δρόμο, όποτε περνούσε αμάξι, έπρεπε να κρυβόμαστε να μη μας δει. Κάθε φορά που προσπαθήσαμε να περάσουμε, ήταν δύσκολο: να προσπαθούμε να αποφύγουμε τα αμάξια από το να μας δουν, να αποφύγουμε τους αστυνομικούς από το να μας πιάσουν και να μας πετάξουν τα πράγματα. Οι μέρες στο χιόνι ήταν δύσκολες. Φαντάσου να είσαι τέσσερις πέντε μέρες στο δάσος, στο χιόνι, χωρίς φαγητό, χωρίς τίποτα. Την τελευταία νύχτα, όταν ξύπνησα, έχασα τις αισθήσεις μου, είχα παγώσει, είχα χάσει τις αισθήσεις μου από το κρύο, όλοι βγάλανε τα μπουφάν τους και τα έβαλαν πάνω μου να με ζεστάνουν…

Η ιστορία της Μάσας δεν διαφέρει και πολύ από αυτές που έχουμε συνδέσει στο μυαλό μας, όταν ακούμε τη λέξη «πρόσφυγας» ή «προσφυγικό». Το προσφυγικό υποκείμενο είναι το ηθικά νομιμοποιημένο υποκείμενο της ευαλωτότητας, αυτή/ός που θα έχει χάσει τα πάντα, που θα είναι σε μεγάλη ανάγκη, ο μη Δυτικός «άλλος» που θα περιμένει τη συνδρομή μας, ο υπεξούσιος που η φωνή του θα έχει χάσει την ακουστότητά της, το υποκείμενο που μεταφέρει την ευαλωτότητα της ανθρώπινης κατάστασης πέρα από αυτό που μας είναι διανοητό. Σε αυτό το πλαίσιο, η ιστορία της Μάσας θέτει ηθικά ερωτήματα αναφορικά με τη δική μας ικανότητα πρόσληψης και απόκρισης προς υπεξούσιους άλλους, ειδικότερα όσον αφορά τις συνθήκες που φτιάχνουμε για να παραγάγουμε γνώση, όταν ερχόμαστε σε επαφή με ιστορίες και Άλλους που δεν μας είναι οικείοι, γνώριμοι, «μεταφράσιμοι». Η διαδικασία συγγραφής αλλά και ακρόασης της αφήγησης της Μάσας έφερε στο προσκήνιο θέματα αναπαράστασης του προσφυγικού Άλλου και της συγγραφικής (και κατά προέκταση πολιτικής) ευθύνης, δηλαδή πώς γράφουμε για την ευαλωτότητα, πώς μπορούμε να γράψουμε για τον προσφυγικό Άλλο και ποια θέση μπορούμε να πάρουμε μέσα στο κείμενο.

Διαβάζοντας και ακούγοντας την αφήγηση της Μάσας αλλά και των άλλων κοριτσιών που δέχτηκαν να μου μιλήσουν, αναδύθηκε το στοιχείο του κατακερματισμού της αφήγησής τους στο χώρο και το χρόνο. Τα κορίτσια δεν θυμούνται τα μέρη από τα οποία περνούν, έχουν μνήμες αποσπασματικές, θραυσματικές, σωματικές (κρύο, εξάντληση), συναισθηματικές (φόβος, τρόμος, αβεβαιότητα), οι αφηγήσεις τους πηγαινοέρχονται στο χρόνο και το χώρο. Η γραμμικότητα της αφήγησης διασαλεύεται από τις ίδιες, το παρελθόν και οι λόγοι για την «εξαναγκαστική» μετανάστευσή τους (έμφυλη βία στην οικογένεια, πόλεμος, εθνοτικές διενέξεις) επανέρχονται στο παρόν και διαπλάθουν τα όνειρά τους για το μέλλον.

Γράφοντας για την ευαλωτότητα ή, αλλιώς, γράφοντας ευάλωτα, καλούμαστε να δούμε πώς διαφορετικές χρονικότητες υπεισέρχονται στην αφήγηση, να σκεφτούμε δηλαδή τη διαταραχή της αφήγησης μεθοδολογικά σε σχέση με τη ρωγμή στο γραμμικό ηγεμονικό χρόνο στο συγγραφικό «τώρα», όπου τα ορατά κομμάτια της αφήγησης ‒η αστυνομική βία και αυθαιρεσία‒ και οι επαναλήψεις στο λόγο («μας τα πήραν όλα») εκτοπίζονται χρονικά και εμφανίζονται σε κομμάτια της αφήγησης της Μάσας που δεν ακούγονται ή, μάλλον, ακούγονται λάθος ή σβήνονται. Η εστίαση στις ρωγμές του χρόνου και του χώρου μπορεί να αποτελέσει μία φεμινιστική και αλλόκοτη μεθοδολογική και κειμενική προσέγγιση που διαταράσσει τις γραμμικές και αιτιώδεις χρονικότητες του λόγου των ΜΚΟ (και ειδικότερα, των προτάσεων πολιτικής [policy reports]) που δομούνται γύρω από αίτιο-αποτέλεσμα, αρχή-μέση-τέλος, και όπου οι πολιτικές δράσεις και προτάσεις γράφονται σαν να μπορούν να προβλεφθούν από τα πριν.

Μία κειμενική προσέγγιση που αφήνεται στον κατακερματισμό της αφήγησής τους δίνει χώρο στην ενσώματη εμπειρία, στο ευάλωτο σώμα, να εμφανιστεί στο λόγο. Το σώμα της Μάσας θυμάται το ταξίδι, το χιόνι, το κρύο νερό, τη διάσχιση του ποταμού, την εξάντληση του σώματος, το περπάτημα μέσα από βουνά και δάση. Αυτή η αισθητηριακή / φαινομενολογική προσέγγιση του ταξιδιού κατέστη εφικτή από τη σκοπιά της μερικότητας της θέσης μου ως ερευνήτριας αλλά και μιας μεθοδολογικής παραδοχής ότι το κείμενο κατευθυνόταν όχι με μοναδικό γνώμονα να καταγράψει αιτίες, αποτελέσματα και προτάσεις πολιτικής (ή, τουλάχιστον, να το κάνει κάνοντας ταυτόχρονα και κάτι άλλο). Με αφετηρία αυτές τις σκέψεις, θα ήθελα να αναρωτηθούμε για τη συνάντηση με την ευαλωτότητα του προσφυγικού Άλλου όχι ως σχέση, αλλά και ως μη σχέση. Θα ήθελα να διερωτηθούμε μήπως, τελικά, η έμφαση στην ανάγκη οικοδόμησης μίας σχέσης με τον προσφυγικό Άλλο αποτελεί τη δική μας αμήχανη απάντηση στην ευαλωτότητα, μία απάντηση που προκύπτει από την ανικανότητά μας να πούμε «τι ακριβώς συμβαίνει» ή «να ξέρουμε πώς να απαντήσουμε».

Σκηνή 3: H έγκληση της Μάσας και η αμηχανία της ερευνήτριας

Στην πορεία της κουβέντας μας, η Μάσα κοιτούσε κάτω, είχε συννεφιάσει, και εγώ ένιωθα άβολα. Άβολα που δεν μπορούσα να της πω κάτι. Άβολα που είχα την ανάγκη να της πω κάτι. Καθώς εξιστορούσε τη βία και αυθαιρεσία της αστυνομίας, η Μάσα μού είπε:

«Eάν είχα τη δύναμη, εάν μπορούσα θα τους έκανα μήνυση που φέρθηκαν έτσι».

Όμως η καθοριστική στιγμή της συνάντησής μας έλαβε χώρα προς το τέλος της κουβέντας μας, όταν μου είπε ότι δεν επιθυμεί να διατηρήσει την ανωνυμία της, «γιατί θα ήθελα να ξέρουν ότι ήμουν εγώ αυτή που τα είπε αυτά». Στο σημείο αυτό η Μάσα εξέφρασε τη δυσφορία της με τα ερευνητικά πρωτόκολλα των ΜΚΟ περί ανωνυμίας και εμπιστευτικότητας, μια και αυτό τής στερούσε το δικαίωμά της να εμφανιστεί στον δημόσιο χώρο και να διεκδικήσει την πολιτική υποκειμενικότητά της (δηλαδή το δικαίωμά της στην ορατότητα). Έδωσε μάλιστα το πλήρες όνομά της για να καταγραφεί στο τέλος της συνέντευξης, γεγονός που έμοιαζε με μία τελετουργία στο λόγο. Η επιτελεστική αναφορά του ονόματός της αναδεικνύει την επιθυμία της Μάσας να μην αναχθεί σε μία γενική κατηγορία («πρόσφυγας», «ανήλικη προσφύγισσα») ή σε έναν κωδικό-συμμετέχοντα, αλλά να «εμφανιστεί», να «ακουστεί» ως προσφυγικό πολιτικό υποκείμενο.

Η επικοινωνία μας μέχρι εκείνη τη στιγμή με είχε φορτίσει αρκετά. Προς το τέλος, μου απευθύνθηκε με έναν αφοπλιστικό τρόπο:

«Εγώ λέω ή να τα κλείσουν τελείως τα σύνορα να μην μπορεί να περάσει ούτε μύγα ή, αλλιώς, δεν μπορεί έτσι. Ξέρεις πόσοι άνθρωποι έχουν πεθάνει στα ελληνοτουρκικά σύνορα;»

Δεν απάντησα τίποτα. Δεν ήξερα τι να απαντήσω.

Η Μάσα στο σημείο αυτό με έφερε αντιμέτωπη με την άγνοιά μου αλλά και με τη βία που μπορεί να επιτελεστεί όταν προσπαθούμε να αφηγηθούμε τις ιστορίες ευάλωτων Άλλων. Υπάρχουν πολλές μορφές βίας που ασκούνται τη στιγμή που ο προσφυγικός Άλλος μοιράζεται την ιστορία του. Υπάρχει το συναισθηματικό βάρος του μοιράσματος, υπάρχει το βάρος της συγγραφής και η βία της αναπαράστασης στο λόγο, υπάρχει και το βάρος της μετέπειτα χρήσης και αξιοποίησης αυτής της έρευνας. Υπάρχει επίσης και η βία που ασκείται, όταν μέσα από ηγεμονικούς λόγους και μεθόδους προσπαθούμε να αφομοιώσουμε τον Άλλο σε μία γλώσσα μεταφράσιμη. Μέσα από τη γλώσσα της «μεταφρασιμότητας» ανοίκεια, μη εξηγήσιμα βιώματα, κόσμοι και θέσεις γίνονται «επικοινωνήσιμα», ελέγχονται, ερμηνεύονται, πλαισιώνονται και εντάσσονται μέσα στους ηγεμονικούς λόγους του ανθρωπίνως διανοητού. Μία τέτοια προσέγγιση που διακατέχει συχνά το λόγο των προτάσεων πολιτικής των ΜΚΟ / policy reports θέτει το μη διανοητό σε ένα πλαίσιο, χρονικό και στοχοθετημένο, όπου η γνώση παράγεται από τα πριν.

Ένα ερώτημα που θα ήθελα να θέσω είναι: Πώς εμείς ως φεμινίστριες ερευνήτριες απαντούμε στους Άλλους ‒σε αυτή τη περίπτωση, στη Μάσα‒ με τρόπο που επιτρέπει την αναγνώριση της ευαλωτότητας, όταν ερχόμαστε αντιμέτωπες με κάτι που ξεπερνά τη γνώση που έχουμε; Πώς μπορούμε να παραμένουμε «ανοιχτές» στη μη γνώση και να μπορούμε να μένουμε χωρίς να ταραζόμαστε με την αβεβαιότητα, τη διστακτικότητα και τη δική μας άγνοια;

Σκηνή 4: Επιστροφές και τσιμπήματα

Λίγο πριν φύγω, η Μάσα με ρώτησε πώς γιορτάζουν τα Χριστούγεννα στην Ελλάδα. Χαμογέλασα και της απάντησα συμβατικά ως ανθρωπολόγος ότι συνήθως τρώμε, χορεύουμε και πίνουμε. Η επιστροφή από τον ξενώνα μού έφερε τις επόμενες μέρες ένα αίσθημα τσιμπήματος στο δέρμα. Τη Μάσα την είχα στο μυαλό μου για μέρες μετά, πράγμα που πολλές εργαζόμενες στο προσφυγικό πεδίο βιώνουν. Ξεκίνησα να σκέφτομαι το τσίμπημα στο δέρμα που νιώθουμε, όταν βρεθούμε σε αγιάζι, ως το συναισθηματικό υπόλειμμα της συνάντησής μου με τη Μάσα, που ξέφευγε από τα όρια της αφήγησής της. Η συναισθηματική εμπειρία της συνάντησης και οι δυνατότητες του να ανοίξω και να κλείσω προς τη Μάσα αποτυπώθηκαν εκεί, στο τσίμπημα του δέρματος στο κρύο. Η αίσθηση του τσιμπήματος δημιούργησε σκέψεις για τον ηθικό χώρο που προκύπτει όταν κάτι/κάποιος/α μάς συν-κινεί συναισθηματικά με τρόπο που ταράζει τη δική μας αίσθηση ψυχικής και σωματικής αυτονομίας. Η απάντηση που μας προξενεί ο Άλλος μπορεί να είναι ευάλωτη, μπορεί και να μην είναι ευάλωτη και να χρειάζεται να προστατευτούμε. Η ευαλωτότητα βρίσκεται όμως και στη σκέψη μας, στον τρόπο με τον οποίο αναστοχαζόμαστε και γράφουμε για αυτά που ακούσαμε. Πριν από τη συνάντησή μου με τη Μάσα, οι λέξεις έφεραν νοήματα που μπορούσαν να αποκωδικοποιηθούν μέσα από μία ανάλυση λόγου συνδέοντας μικροπολιτικά και μακροπολιτικά συστήματα και βιοπολιτικούς λόγους. επίσης, οι λέξεις μπορούσαν να εκφράσουν τραύματα με κάποιον τρόπο. Αυτές είναι κάποιες βεβαιότητες που επερωτήθηκαν μέσα από τη γνωριμία μου με τη Μάσα.

Επιστρέφοντας στο αρχικό ερώτημα, στο πώς δηλαδή αποκρινόμαστε στον προσφυγικό Άλλο, πώς παράγουμε γνώση, πώς γράφουμε για την ευαλωτότητα ή αλλιώς πώς γράφουμε ευάλωτα, θα ήθελα να τονίσω ότι η ίδια η απόστασή μας από τον Άλλο διαμορφώνει την ηθική της απόκρισής μας. Η ηθική της απόκρισης περιλαμβάνει και το να «είμαστε ανοιχτές σε αυτό που δεν μπορούμε να γνωρίζουμε ή να νιώσουμε». Στην καρδιά της ευάλωτης γραφής βρίσκεται η παραίτησή μας από την ανάγκη να βλέπουμε τη γνώση αυστηρά και μόνο ως «γνώση του τι πρέπει να κάνουμε», «τι λύση να βρούμε», και τη γλώσσα ως «σχέση αιτίου-αποτελέσματος» και ως «φορέα κατασταλτικών συστημάτων εξουσίας». Είναι εκεί, στο ανοιγοκλείσιμο προς αυτό που δεν μπορούμε να νιώσουμε ή να καταλάβουμε, που μία ευάλωτη σύνδεση μπορεί να συμβεί.