Εργαλεία πλοήγησης στην επιστήμη και τη ζωή

Περίληψη

Το κείμενο προέρχεται από μια παρουσίαση στην Ημερίδα «Η Οπτική του Φύλου στο Πανεπιστήμιο: μια αναστοχαστική προσέγγιση», που διοργανώθηκε από το ΠΜΣ «Φύλο, Πολιτισμός και Κοινωνία» του Τμήματος Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου, στη Μυτιλήνη τον Μάιο του 2019. Αποτελεί μια αναστοχαστική περιγραφή της επίδρασης των σπουδών του φύλου στην ακαδημαϊκή, εργασιακή και προσωπική μου ζωή, και στοχεύει να επαληθεύσει, μέσα από το προσωπικό παράδειγμα, ότι το μεταπτυχιακό του φύλου στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου προσέφερε στις/ους συμμετέχουσες/οντες σημαντικά και άκρως επίκαιρα εργαλεία πλοήγησης όχι μόνο στην επιστήμη, αλλά και γενικότερα στη ζωή.

Το μεταπτυχιακό του φύλου

Είχα την τύχη να παρακολουθήσω το πρόγραμμα μεταπτυχιακών σπουδών «Γυναίκες και Φύλα: Ανθρωπολογικές και Ιστορικές Προσεγγίσεις», την πρώτη χρονιά που λειτούργησε, πριν από δεκαπέντε χρόνια, δηλαδή. Οι μνήμες από την πρώτη χρονιά λειτουργίας του μεταπτυχιακού σχετίζονται με την ένταση και τη σκληρή προσπάθεια, που απαίτησαν η οργάνωση, λειτουργία και ολοκλήρωση του από όλες/ους τις/τους συντελεστές, συμμετέχουσες και συμμετέχοντες, και με τον άμεσο αντίκτυπο των σπουδών σε εμάς τις πρώτες φοιτήτριες και φοιτητές, καμιά εικοσαριά επιστημόνισσες και επιστήμονες από διαφορετικά υπόβαθρα, καταγωγές, ιστορίες και ηλικίες.

Είχε φανεί από την αρχή ότι «αυτό το πράγμα» δεν ήταν “part time”, και αυτό ήταν η κύρια πηγή της γκρίνιας μας, που δεν ήταν λίγη και δεν είχε σταματημό, θυμάμαι. Οπότε νιώθω να οφείλω ένα «συγγνώμη» στις βασικές διδάσκουσες και διδάσκοντες που την άκουγαν. Δεν γκρινιάζαμε όμως μόνο, ταυτόχρονα δουλεύαμε όλες και όλοι σκληρά, θαυμάζαμε και ευγνωμονούσαμε που βρεθήκαμε εκεί και τότε.

Το περιεχόμενο των σπουδών από την αρχή ήταν αποκαλυπτικό. Πραγματικά, μαθαίναμε και αναδιαμορφωνόμασταν, αλλάζαμε. Θυμάμαι κυρίως τους σχολιασμούς εκτός μαθημάτων, με συμφοιτήτριες/ητές που κοιταζόμασταν με απορία και ανακαλύπταμε τις κοινές μας σκέψεις και αντιδράσεις, όπως και τις κοινές επιδράσεις της σπουδής μας στην «οπτική του φύλου».

Θυμάμαι τους πρώτους μήνες να ξαφνιαζόμαστε διαρκώς με αυτά που ακούμε μέσα στις αίθουσες, και να απορούμε με το πόσο διαφορετικά ήταν από αυτά που είχαμε διδαχτεί έως τότε. Τόσο σωστά και τόσο άγνωστα. Αυτά τα αποκαλυπτικά κλειδιά κατανόησης, το φύλο και η σεξουαλικότητα, μας αποκαλύπτονταν σε τόσο μεγάλη ηλικία. Θυμάμαι να απορούμε που μας «ακύρωνε ότι είχαμε μάθει έως τώρα» για την ιστορία και τον πολιτισμό. Θυμάμαι να σχολιάζουμε τις άμεσες μεταβολές που μας συνέβαιναν στον τρόπο που βλέπουμε καταστάσεις σε σχέση με το φύλο, τη συγγένεια, την οικογένεια και τη φιλία, ή τη γλώσσα, την Τέχνη, το σώμα, τον ιατρικό λόγο, τις εκπαιδευτικές μεθόδους ή την εθνική ταυτότητα και τόσα άλλα.

Θυμάμαι επίσης ότι ανακαλύπταμε κοινές εμπειρίες για τον τρόπο που οι σπουδές εκπαίδευαν και τον περίγυρό μας. Θυμάμαι να περιγράφουμε την κοινή διαδικασία με μικρούς καβγάδες με φίλους, φίλες ή συγγενείς και μετά να παρατηρούμε ότι σιγά σιγά αποδέχοταν και αυτοί νέες αντιλήψεις και τρόπους κατανόησης.

Θυμάμαι, τέλος, να αναρωτιόμαστε με το πόσο όλο αυτό θα επηρεάσει συνολικά τις ιδέες μας και τα μυαλά μας. Να αναρωτιόμαστε πώς θα είναι η ζωή και οι χαρακτήρες μας, όταν όλα αυτά κατασταλάξουν. Και να που ήρθε η μέρα και έγινε η ημερίδα με θέμα «Η οπτική του φύλου στο πανεπιστήμιο: μια αναστοχαστική προσέγγιση», τον Μάιο του 2019, και έδωσε απαντήσεις σε αυτές τις τότε απορίες.

Έτσι θυμάμαι την πρώτη χρόνια του μεταπτυχιακού του φύλου. Μια εντατική ρήξη όχι μόνο με στερεότυπα, αλλά και με στερεότυπους κυρίαρχους τρόπους σκέψης, που συνέβαινε ταυτόχρονα σε επιστημόνισσες και επιστήμονες από διαφορετικούς τομείς. Με λίγα λόγια, «μας είχε ξετινάξει τις ζωές» από την εντατικότητα και «τα μυαλά» από το περιεχόμενο. Μια δυναμική που, με την αποτελεσματική δομή των σπουδών, διοχετεύσαμε η καθεμία και ο καθένας στο προσωπικό πεδίο μελέτης.

Οι συχνές μικρές εργασίες του πρώτου έτους μάς οδήγησαν σιγά σιγά σε προσωπικά αντικείμενα εστίασης, κι εγώ που είχα τελειώσει την αρχιτεκτονική επέλεξα-έμπλεξα με το χώρο. Είχα παρακολουθήσει τα μαθήματα και την ερευνητική εργασία της Σάσας Λαδά (1984, 1987), της Βάνας Τεντοκάλη (1989, με Λαδά 1989, 1991) και της Ντίνας Βαΐου (1989α, 1989β, 1993), των πρώτων αρχιτεκτονισσών στην Ελλάδα που ασχολήθηκαν με το φύλο και την αρχιτεκτονική. Στην ανθρωπολογία, όμως, δεν υπήρχαν και πολλά στο πεδίο του χώρου τότε, και αρχικά φαινόταν ότι δεν υπάρχει αντικείμενο μελέτης. Η Βενετία Καντσά ήταν που με εμψύχωσε να συνεχίσω την έρευνα στη βιβλιογραφία, «κάτι υπάρχει», μου είχε πει και με κατεύθυνε στους πρώτους συλλογικούς τόμους στη διεθνή βιβλιογραφία με θέμα τη συσχέτιση του τόπου και του χώρου με το φύλο και τη σεξουαλικότητα, όπως της Μπεατρίζ Κολομίνα (Beatriz Colomina) (επιμ., 1992), της Σίρλεϊ Άρντενερ (Shirley Ardener) (επιμ., 1993), του Ντέιβιντ Μπελ (David Bell) και της Γκιλ Βαλεντάιν (Gill Valentine) (επιμ., 1995), του Τζόελ Σάνδερς (Joel Sanders) (επιμ., 1996), της Νάνσι Ντάνκαν (Nancy Duncan) (επιμ., 1996) καθώς και της Λίντα ΜακΝτάουελ (Linda McDowell) και της Τζόαν Π. Σαρπ (Joanne P. Sharp) (επιμ., 1997). Παράλληλα, άρχισα να εντοπίζω στην εθνογραφία της ελληνικής αγροτικής και νησιωτικής κοινωνίας, και συγκεκριμένα, σε κείμενα της Ζιλιέτ ντι Μπουλέ (Juliet du Boulay) (1986), της Τζιλ Ντούμπις (Jill Dubisch) (1986, 1992), του Ευθύμιου Παπαταξιάρχη (1992), της Τζέιν Κόουαν (Jane Cowan) (1991), της Ιωάννας Μπεοπούλου (1992), της Ρενέ Χίρσον (Renée Hirschon) (1993) και της Χριστίνας Βλαχούτσικου (1997, 2001), ότι η οργάνωση του χώρου, παρόλο που δεν αποτελεί κεντρική εστίαση, εξετάζεται διεξοδικά προκειμένου να κατανοηθούν οι αντιλήψεις για το φύλο.

Έτσι, λοιπόν, με θεωρητική αφετηρία και αρχικό πλαίσιο ανάλυσης την ανθρωπολογία του φύλου και της σεξουαλικότητας, εστιάστηκα στις χωρικές διαστάσεις του πολιτισμού, και συμμετείχα σε μια, όπως παρατηρεί η Σέρι Άρεντζεν (SherryAhrentzen) (2003), συνολικότερη στροφή της ανθρωπολογικής έρευνας στο χώρο, αρχικά καθιστώντας σαφές ότι ποικίλα χαρακτηριστικά και στοιχεία του χώρου κατασκευάζονται, γίνονται αντιληπτά και βιώνονται μέσα από έμφυλες και σεξουαλικές ιδεολογίες. Με αυτό τον τρόπο, η δυναμική του μεταπτυχιακού διοχετεύτηκε στην ανακατανόηση και πραγματική αξιοποίηση των προηγούμενων σπουδών μου.

Οι τουαλέτες

Φτάνοντας η ώρα της μεταπτυχιακής εργασίας του τρίτου εξαμήνου, είχα τεκμηριώσει μέσα μου και στο ακαδημαϊκό περιβάλλον ότι ο χώρος έχει έμφυλο χαρακτήρα που αξίζει να αποκαλυφθεί. Ανέφερα στον Κώστα Γιαννακόπουλο ότι με αφορμή ένα άρθρο του Λη Έντελμαν (Lee Edelman) (1996) σκέφτομαι τον έμφυλο διαχωρισμό των δημόσιων τουαλετών, αλλά δεν βρίσκω τι υπάρχει σε αυτόν που θα μπορούσε να γίνει μεταπτυχιακή εργασία. Το σκέφτηκε λίγες μέρες και με προέτρεψε να προσπαθήσω να γράψω μια σελίδα να δούμε αν υπάρχει κάτι παραπάνω, έγραψα και η συζήτησή μας για τις τουαλέτες κράτησε για τα επόμενα οχτώ χρόνια.

Η έννοια της επιτέλεσης του φύλου και της σεξουαλικότητας, που εισήγαγε η Τζούντιθ Μπάτλερ (Judith Butler) (1990, 1993, 1997, 2004) και δίνει έμφαση στις μη συνειδητές και μη λογικές καθημερινές επαναλαμβανόμενες κινήσεις, χειρονομίες, ενεργήματα, πρακτικές ρουτίνας, που συνεχώς παράγουν το έμφυλο και σεξουαλικό σώμα, αποτέλεσε την αφετηρία για τη διερεύνηση του ρόλου του χώρου σε αυτήν τη διαδικασία. Η μεταπτυχιακή εργασία, λοιπόν, εστιάστηκε στον τρόπο με τον οποίο η υλική και η πολιτισμική κατασκευή του χώρου των τουαλετών εμπλέκεται στη σύσταση ενός συνόλου κανονικοτήτων, που απαιτούν ορισμένη σχέση μεταξύ του υποκειμένου και του σώματός του, όπως και ορισμένη σχέση με τα άλλα σώματα (Edelman, 1996).

Η εργασία ανέδειξε τον τρόπο που η χωρική οργάνωση επιβάλλει έμφυλες σχέσεις εξουσίας πάνω στα υποκείμενα και, ταυτόχρονα, χρησιμοποιείται από τα υποκείμενα για να αντιστραφούν οι σχέσεις αυτές. Έδειξε επίσης ότι οι έμφυλα διαχωρισμένες τουαλέτες καθιστούν την εμπειρία διαφορετική για άντρες και γυναίκες, διαχωριστική, αλλά και συγχρόνως περιοριστική για όλους και όλες, καθώς προσφέρουν δύο μόνο επιλογές που καθεμιά έχει στερεοτυπικά καθορισμένες ιδιότητες και χαρακτηριστικά. Τέλος, υποστήριξε ότι (οι έμφυλα διαχωρισμένες τουαλέτες) καθιστούν υποχρεωτικά έμφυλο κάθε υποκείμενο, αλλά και επιτρέπουν την άνετη πρόσβαση και χρήση μόνο στα υποκείμενα που διαβάζονται εύκολα μέσα στο διχοτομικό πλαίσιο «άντρας ή γυναίκα».

Το διδακτορικό

Η σκέψη για εκπόνηση διδακτορικής διατριβής ήρθε ως φυσικό επακόλουθο των σπόρων που φύτεψαν οι σπουδές στο μεταπτυχιακό. Με μια ελαφριά μάλλον απόφαση, με γνώμονα να μην αφήσω αυτό το τόσο μεταμορφωτικό ακαδημαϊκό περιβάλλον, η μεταπτυχιακή εργασία για τον έμφυλο χαρακτήρα των τουαλετών έγινε πρόταση διδακτορικού, που με οδήγησε σε νέες περιπέτειες και τελικά ολοκληρώθηκε ως διδακτορική διατριβή το 2012, με τίτλο «Σημασίες ενός ασήμαντου χώρου. Χωροποίηση κοινωνικών σχέσεων στις εξωοικιακές τουαλέτες της Θεσσαλονίκης» (Κυρατσού, 2012), και ως στόχο τη διερεύνηση των χωρικών διαστάσεων του πολιτισμού και των κοινωνικών διαστάσεων του χώρου.

Συνολικά, το διδακτορικό ήταν μια επίπονη, απαιτητική στο έπακρο των δυνατοτήτων μου διαδικασία, που με μεγάλη προσπάθεια, χάνοντας πολλές φορές το κουράγιο μου, αλλά με την πολύτιμη βοήθεια όλων των καθηγητών και καθηγητριών, αλλά κυρίως του επιβλέποντος Κώστα Γιαννακόπουλου, ολοκληρώθηκε.

Η αλήθεια είναι ότι στην αρχή, μην αναγνωρίζοντας την ερευνητική αξία του θέματος, ντρεπόμουν και δεν ήθελα να συνεχίσω σε διδακτορική διατριβή με θέμα τις τουαλέτες και γι’ αυτό έψαχνα άλλο χώρο να εστιάσω την έρευνα. Απολάμβανα το κύρος της υποψήφιας διδακτόρισσας και δίσταζα να αποδεχτώ τη συσχέτισή του με τον ταπεινό και παρεξηγήσιμο χώρο των τουαλετών. Ο Κώστας επέμεινε. Ήταν η μόνη φορά που διαφωνήσαμε, και είχε απόλυτο δίκιο. Οι τουαλέτες, ως χώροι που στοχεύουν να ικανοποιήσουν και να διαχειριστούν τις σωματικές λειτουργίες απέκκρισης, αποτελούν ένα αναπόσπαστο στοιχείο του σύγχρονου δομημένου περιβάλλοντος και, κυρίως, είναι χώροι που μας αφορούν όλες και όλους (Anthony & Dufresne, 2009). Γι’ αυτό ακριβώς αποδείχτηκαν ένα αποκαλυπτικό πεδίο για τη σύγχρονη κοινωνική και χωρική έρευνα. Η μελέτη τους, από τη μία πλευρά, αφορούσε την πολιτισμική κατασκευή της κοινωνικής και της υλικής (σωματικής) πλευράς του ανθρώπου, και από την άλλη, βρισκόταν στο επίκεντρο των διαδικασιών του χωρικού σχεδιασμού και της κοινωνικής οργάνωσης.

Οι έρευνες για το χώρο σε σχέση με το φύλο και τη σεξουαλικότητα είχαν δείξει ότι δεν επιδρούν μόνο οι έμφυλες και σεξουαλικές σχέσεις και ιδεολογίες στους χώρους και στους χρήστες και στις χρήστριες αυτών, αλλά και άλλες ποικίλες κοινωνικές ιδεολογίες, ιεραρχήσεις και σχέσεις εξουσίας, για τη διερεύνηση των οποίων άντλησα γνώσεις / πληροφορίες από το θεωρητικό πλαίσιο της μελέτης των χωρικών τεχνικών εξουσίας και του χώρου ως υλικού πολιτισμού με αφετηρία το έργο του Μισέλ Φουκώ (Michel Foucault) (1987, 1991, 1991β), του Πιερ Μπουρντιέ (Pierre Bourdieu) (1977) και του Ντάνιελ Μίλερ (Daniel Miller) (1995, 2001). Εστιάστηκα στη χωρική επιβολή εξουσιών, ιεραρχιών και δυνάμεων, μέσω τεχνικών εξουσίας που επενδύονται στον χωρικό σχεδιασμό και στη χωρική οργάνωση, καθώς και στους τρόπους που τα υποκείμενα διαχειρίζονται καθημερινά το χώρο και τον κοινωνικό έλεγχο που αυτός εμπεριέχει.

Με αναφορά στο παραπάνω θεωρητικό πλαίσιο, προσέγγισα εκ νέου την αρχιτεκτονική και το ρόλο μου ως αρχιτεκτόνισσας, καθώς είδα το χώρο ως κοινωνική διαδικασία,. Κατανόησα ότι κατασκευάζεται αντικειμενοποιώντας πολιτισμικές αντιλήψεις (σύμβολα, σημεία, αναπαραστάσεις) με έναν τρόπο που συγχρόνως συντελεί στην κατασκευή και διαχείριση αυτών των αντιλήψεων. Ο όρος «χωροποίηση», αντίστοιχα με την έννοια της «αντικειμενοποίησης», υποδηλώνει την ενσωμάτωση ιδεολογιών και νοημάτων στο υλικό περιβάλλον και την ταυτόχρονη διαχείρισή τους μέσω αυτής της ενσωμάτωσης. Διαχείριση ιδεολογιών και νοημάτων όχι μόνο από συγκεκριμένα κέντρα εξουσίας, αλλά κι από διαφορετικούς συμμετέχοντες. Πολλαπλά υποκείμενα, δηλαδή, που εκπροσωπούν ή όχι φορείς εξουσίας, συμμετέχουν ‒μέσα από χωρικές τεχνικές‒στην παραγωγή και διαχείριση του χώρου, οπότε και του πολιτισμού, από τη θέση που τοποθετούνται και με τα μέσα, τη δύναμη ή την εξουσία, που κάθε φορά διαθέτουν.

Η επιτόπια έρευνα, κατά τη διάρκεια της οποίας ανιχνεύτηκε η κατάσταση, τα χαρακτηριστικά, οι σημασίες και η χρήση των εξωοικιακών τουαλετών στη Θεσσαλονίκη του 2008, αποκάλυψε ότι χωροποιούν αντιλήψεις για την οικονομική ανάπτυξη, την εθνική ταυτότητα, την έμφυλη διχοτόμηση, την εμπορευματοποίηση της αστικής εμπειρίας, τη διαχείριση των φυσικών πόρων, την ατομικότητα και την επαφή με τον άλλο κ.ά.

Παράλληλα, η διδακτορική διατριβή εμβάθυνε περισσότερο από τη μεταπτυχιακή εργασία στην αναγνώριση του έμφυλου διαχωρισμού των εξωοικιακών τουαλετών, συμμετέχοντας σε έναν ευρύτερο προβληματισμό της ανθρωπολογίας, που εξετάζει το σώμα ως ασταθές αποτέλεσμα πολλαπλών χωρικών εξουσιών, στρατηγικών και τεχνικών, και ως σημείο επαφής με το χώρο και πρίσμα κατανόησης της πραγματικότητας. Δεν θα επεκταθώ περαιτέρω, ελπίζοντας ότι κάποια στιγμή θα διαβάσετε τη διατριβή, αλλά θα αναφερθώ μόνο σε ένα σημείο της διατριβής που άρεσε πολύ σε εμένα. Μια κατανόηση στην οποία έφτασα ύστερα από χρόνια μελέτης, ενώ είναι κάτι προφανές και θα μπορούσα ενδεχομένως να το είχα καταλάβει σε μια στιγμή κι από την πρώτη στιγμή. Πρόκειται για μια πρακτική λεπτομέρεια, που η κατανόηση της επηρέασε ριζικά τον τρόπο που αντιλαμβάνομαι τα σώματα, την αρχιτεκτονική και τον πολιτισμό.

Μπαίνοντας σε πολύ προσωπικά θέματα, η διατριβή εστιάστηκε στη χρήση των ειδών υγιεινής, ως προς τον τρόπο ούρησης, όπου και συναντάται η βάση της αντίληψης της διαφορετικότητας των φύλων, δηλαδή, η διαφορετική ανατομική κατασκευή. Αποδυναμώνοντας τα έμφυλα στερεότυπα για την ούρηση, αποκάλυψε ότι, ενώ κυρίαρχα θεωρείται ως «καθαρά ανατομικό» ή «φυσιολογικό» ζήτημα, τελικά, άλλοι παράγοντες, που σχετίζονται με την αντίληψη και τη διαχείριση του έμφυλου σώματος, όπως η διαπαιδαγώγηση, η εξάσκηση, ο εξοπλισμός του χώρου και η ένδυση, είναι εκείνα που καθοδηγούν περισσότερο σε έμφυλους τρόπους ούρησης. Με πολύ απλά λόγια, κατάλαβα ότι δεν είναι το γυναικείο σώμα που δεν μπορεί να «κατουρήσει όρθιο», αλλά το σώμα που το προσπαθεί χωρίς χέρια, χωρίς δηλαδή να αγγίζει τα γεννητικά του όργανα.

Συνολικά, η διατριβή απέδειξε με ένα απλό και προσιτό παράδειγμα ότι οι χωρικές διαστάσεις παίζουν σημαντικό ρόλο στην κατασκευή, την ερμηνεία και τη διαχείριση της κοινωνικής πραγματικότητας και των κοινωνικών σχέσεων, πολύ μεγαλύτερο από αυτόν που η κυρίαρχη γνώμη, αλλά και η ακαδημαϊκή έρευνα, αναγνώριζε. Ένας ασήμαντος χώρος μπορεί να κρύβει αμέτρητες σημασίες, όπως στις εξωοικιακές τουαλέτες στη Θεσσαλονίκη (του 2008) χωροποιούνταν συγκεκριμένες κοινωνικές σχέσεις και πολιτισμικές αντιλήψεις, καθορίζοντας την αστική πραγματικότητα. Θα ήθελα να πιστεύω ότι η διατριβή συνεισφέρει στην απόδειξη ότι η συνομιλία της κοινωνικής ανθρωπολογίας με την αρχιτεκτονική αποδίδει σε μία καλύτερη κατανόηση και των δύο. Και θα ήθελα να πιστεύω ότι η επιλογή του χώρου των τουαλετών αποτελεί πλέον ένα απλό και ευχάριστο αλλά ισχυρό παράδειγμα για τους/τις ανθρωπολόγους που θέλουν να μιλήσουν για το χώρο και για τους αρχιτέκτονες και τις αρχιτεκτόνισσες που επιθυμούν να μιλήσουν για τις κοινωνικές διαστάσεις του.

Μετά το διδακτορικό

Μετά το διδακτορικό και την απομόνωση της συγγραφής, βγήκα ξανά στη ζωή, με χαρά, αυτοπεποίθηση, όρεξη για δουλειά και πολιτικές απόψεις με επιστημονικό υπόβαθρο. Η προσωπική μου ζωή, που ήταν σε παύση, και η ακαδημαϊκή απογειώθηκαν, ενώ η επαγγελματική ζωή πέρασε μια μεγάλη φουρτούνα.

Είμαι δημόσιος υπάλληλος από το 2001 και ταυτόχρονα σπούδαζα. Τα τυπικά προσόντα που μου προσέφεραν οι μεταπτυχιακές και διδακτορικές σπουδές είχαν σημαντικές επιδράσεις ‒αρχικά, επιπτώσεις‒ στα επαγγελματικά. Σε δύο δημόσιους φορείς όπου εργαζόμουν διαδοχικά, αρκετές συναδέλφισσες και κάποιοι συνάδελφοι βοήθησαν εξαιρετικά στην ολοκλήρωση των σπουδών μου τις οποίες παρακολουθούσαν μέσα από τις αφηγήσεις μου με ενδιαφέρον. Αντιθέτως, και παρά τα νομοθετημένα κίνητρα για τη διά βίου εκπαίδευση των δημόσιων υπαλλήλων, οι σπουδές μου όχι απλώς δεν αξιοποιήθηκαν, αλλά μπορώ να πω ότι δεν ήταν καθόλου επιθυμητές από τη Διοίκηση.

Ολοκληρώνοντας τη διδακτορική διατριβή μου, φαινόταν να συνεχίζει μια ακαδημαϊκή πορεία με προσκλήσεις από πανεπιστήμια, συνέδρια και ερευνητικές προτάσεις, όπου παρουσίαζα την εργασία μου, ετοίμαζα δημοσιεύσεις και ήδη σκεφτόμουν νέα θέματα για έρευνα. Τότε με τράβηξε βίαια το εργασιακό μου πλαίσιο και κατάφερε να με απομακρύνει. Αρχικά, η εξελικτική υποβάθμιση και ο έντονος αποκλεισμός δεν με ένοιαζαν γιατί αφοσιώθηκα περισσότερο στα ακαδημαϊκά. Όμως, στη συνέχεια, αντιμετώπισα στέρηση δικαιωμάτων, των αδειών κυρίως, και ψυχολογική βία, που έφτασε ακόμη και σε σωματική (βία) από τον τότε διευθυντή μου. Η ατιμώρητη επίδειξη εξουσίας και δύναμης με όριο τη σωματική βία με έφερε κι εμένα στα ψυχικά όριά μου· έτσι, δεν μπορούσα παρά να εμπλακώ σε έναν αγώνα που εκθέτει την ύπαρξη και τους τρόπους καταστολής του διαφορετικού στον σύγχρονο δημόσιο τομέα. Έναν αγώνα όπου, ενώ συνειδητά προσπάθησα να εμπλέξω όσο το δυνατόν περισσότερους οργανισμούς, δομές, υπηρεσίες και θεσμικά πρόσωπα, η μόνη θεσμική βοήθεια που τελικά έλαβα ήταν από τη γραμμή SOS «κατά της βίας, υπέρ των γυναικών» της Γενικής Γραμματείας Ισότητας. Δυσκολεύτηκα, τότε αλλά και τώρα, να πιστέψω και να αποδεχτώ ότι η ζωή με έφερνε να αντιμετωπίσω στην πράξη αυτά που σπούδαζα. Θεωρούσα ότι, αφού «τα σπούδασα», δεν θα έπρεπε να μου συμβαίνουν, και αναρωτιόμουν μήπως θεωρώ ότι μου συμβαίνουν επειδή ακριβώς «τα σπούδασα». Ωστόσο, τα όπλα μου σε αυτό τον αγώνα ήταν τα εργαλεία πλοήγησης που έλαβα από τις σπουδές του φύλου.

Συγκεκριμένα, οι σπουδές του φύλου με είχαν εφοδιάσει με εργαλεία για την αναγνώριση των ευρύτερων δομών εξουσίας και ελέγχου και της θέσης μου και των άλλων συμμετεχόντων σε αυτό. Με εργαλεία για την κατανόηση των κυρίαρχων αντιλήψεων και την αποδοχή όλων των ρόλων και στάσεων. Με εργαλεία για την αποταύτιση από προσωπική ενοχή ή ήττα. Και με εργαλεία για μια διαρκή αναστοχαστική στάση που, από τη μια πλευρά, βοηθούσε στη ψυχική ισορροπία, μετατρέποντας την κατάσταση σε μια ενδιαφέρουσα επιτόπια έρευνα, σε μια διαρκή παρατήρηση, μια συνειδητή παρουσία, μια διαλογιστική στάση, και από την άλλη, οδηγούσε στην τήρηση ηθικής στάσης, στην απόφαση δηλαδή να μην ασκήσω ή να υποκινήσω κι εγώ βία, πράγμα που δυσκόλεψε την κατάσταση, αλλά τελικά παρέμεινε και η μόνη ικανοποίηση.

Όσον αφορά το πρακτικό αποτέλεσμα, ο κακοποιητής πήρε μία άτυπη προαγωγή και αργότερα σύνταξη, και σε εμένα, μόνο αφού συστρατεύτηκε στο πλευρό μου ένας δυνατός άντρας σύμμαχος, επιτράπηκε να πάρω μετάταξη σε ένα μικρότερο δημόσιο οργανισμό, μακριά από την πόλη, κάτι όμως που επιθυμούσα.

Παρά την επιτυχή για μένα έκβαση, η ιστορία είχε αφήσει ένα αγκάθι, μία αίσθηση αποτυχίας, μέσα μου, καθώς η προσωπική ενδυνάμωση και οι θεσμοθετημένες οδοί αντιμετώπισης είχαν ισχνά αποτελέσματα, σε αντίθεση με την παρουσία ενός άντρα στο πλευρό μου, που έδρασε καταλυτικά στην «εξαφάνιση» του προβλήματος. Αυτό το αγκάθι έμεινε για χρόνια, μέχρι μετά την παρουσίαση της πρώτης εκδοχής αυτού του κειμένου στην προαναφερθείσα ημερίδα, όπου η διδάσκουσα στο μεταπτυχιακό του φύλου και επίσης συμμετέχουσα στην ημερίδα Αλεξάνδρα Μπακαλάκη διέκρινε την ανάγκη και είχε την καλοσύνη να μοιραστεί μαζί μου μια δική της αντίστοιχη τραυματική εμπειρία, στην οποία καταλυτική επίσης ήταν η συστράτευση ενός άντρα.

Μόνο τότε έφυγε το αγκάθι, αφού κατανόησα ότι δεν είχα την υποχρέωση να επιλύσω την κατάσταση της έμφυλης βίας που βίωνα με τον καλύτερο θεωρητικά τρόπο, αλλά μόνο να κάνω ότι καλύτερο μπορώ, δεδομένων των καταστάσεων, όπως και έκανα.

Κλείνοντας, θα ήθελα να σημειώσω ότι, αν τα εφόδια της οπτικής του φύλου είναι χρήσιμα εργαλεία πλοήγησης για την επαγγελματική ζωή, στην προσωπική τα θεωρώ πλέον απαραίτητα. Με βοήθησαν σε γυναικολογικά προβλήματα, στην εγκυμοσύνη και στον τοκετό, όπου, νομίζω, απέφυγα πολλές παγίδες του ιατρικού κόσμου, αλλά επανέρχομαι συνεχώς σε αυτά κυρίως στο πλαίσιο της μητρικής μου ιδιότητας, εντός του οποίου παρατηρώ και βοηθώ τη μικρή μου να επεξεργάζεται την πληθώρα των κανονιστικών για το φύλο κοινωνικών και πολιτισμικών επιταγών που δέχεται.

Επίλογος

Η πρόσκληση να συμμετάσχω στην ημερίδα με βρήκε σε πολυετή απόσταση από τα ακαδημαϊκά και η αναστοχαστική της οπτική αποτέλεσε ευκαιρία να εκφραστούν η ευγνωμοσύνη, η αγάπη και η χαρά εν μέσω επιστημονικού Λόγου. Μέσα από το προσωπικό παράδειγμα, η εισήγηση στην ημερίδα στόχευσε στο να δείξει ότι οι σπουδές φύλου προσέφεραν σε μία τουλάχιστον από τις συμμετέχουσες σημαντικά και άκρως επίκαιρα εργαλεία πλοήγησης στις δύσκολες, γρήγορες και ενδιαφέρουσες κοινωνικοϊστορικές συγκυρίες των τελευταίων χρόνων. Παράλληλα, ήταν μια έμμεση αναγνώριση του ρόλου των συνομιλιών στην ανθρωπολογική έρευνα και ένας καλοδεχούμενος από τους συναδέλφους και τις συναδέλφισσες στην ημερίδα πειραματισμός στον αναστοχασμό. Όμως, δεν ήταν απλό και εύκολο εγχείρημα καθώς ενείχε εσωτερική εργασία σε σχέση με τη δημόσια έκθεση του προσωπικού ως αυταρέσκεια και ως αφέλεια προς τις πιθανές κακόβουλες χρήσεις των προσωπικών πληροφοριών. Διακυβεύματα μεγαλύτερα στην παρούσα δημοσίευση, αλλά ταυτόχρονα ενταγμένα στην ασφάλεια της ακαδημαϊκής αγκαλιάς των σπουδών του φύλου στη σύγχρονη ελληνική συνθήκη. Την ακαδημαϊκή αγκαλιά που ξαναβρήκα με τη συμμέτοχη μου στην ημερίδα.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ελληνόγλωσση

Βαΐου, Ντ. (1989α). «Ο χώρος των Γυναικών», Δελτίο Συλλόγου Αρχιτεκτόνων 20, σσ. 33-36.

Βαΐου, Ντ. (1989β). «Ο τόπος δουλειάς και το σπίτι: Κατά φύλο καταμερισμοί εργασίας στη διαδικασία ανάπτυξης της Αθήνας», Σύγχρονα Θέματα 40, σσ. 81-90.

Βαΐου, Ντ. (1993). «Η πόλη, ένας χώρος για τις γυναίκες». Στο Αναπαραστάσεις Θηλυκότητας. Αθήνα: Κέντρο Έρευνας και Τεκμηρίωσης.

Βλαχούτσικου, Χ. (1997). «Διαφορά και συνάφεια: Σκηνογράφοι και συγγραφείς της ερευνητικής συνομιλίας (Εμπειρίες από τη διερεύνηση της γυναικείας ταυτότητας σε ένα χωριό της Βοιωτίας)». Στο Ναυρίδης, Κ., Χρηστάκης, Ν. (επιμ.). Ταυτότητες: Ψυχοκοινωνική Συγκρότηση (σσ. 67-90). Αθήνα: Καστανιώτης.

Βλαχούτσικου, Χ. (2001). «“Εγώ αυτό το λέω κοροϊδία”: Γυναίκες σε διαδρομές Απομυθοποίησης». Στο Ιγγλέση, Χ. (επιμ.). Ο αναστοχασμός στην φεμινιστική έρευνα: σκιαγράφηση μιας αμφίθυμης σχέσης (σσ. 195-260). Αθήνα: Οδυσσέας.

Dubisch, J. (1992). «Κοινωνικό φύλο, συγγένεια και θρησκεία: “Αναπλάθοντας” την ανθρωπολογία της Ελλάδας». Στο Παπαταξιάρχης Ε., Παραδέλλης, Θ. (επιμ.), Ταυτότητες και φύλο στη σύγχρονη Ελλάδα (σσ. 99-126). Αθήνα: Eκδόσεις Kαστανιώτη-Πανεπιστήμιο Aιγαίου.

Κυρατσού, Ε. (2012). Σημασίες ενός ασήμαντου χώρου. Χωροποίηση κοινωνικών σχέσεων στις εξωοικιακές τουαλέτες της Θεσσαλονίκης, διδακτορική διατριβή, Πανεπιστήμιο Αιγαίου, Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και Ιστορίας, Μυτιλήνη.

Λαδά, Α.-Σ. (1984). «Μύθοι και πραγματικότητες, το “ιδανικό σπίτι”, ο ρόλος της κατοικίας στην κατά φύλα διαίρεση του χώρου», Η Αριστερά σήμερ, 5, σσ. 46-49.

Λαδά, Α.-Σ. (1987). «Η παράμετρος της φυλετικής ανισότητας στην οργάνωση και παραγωγή των σύγχρονων πόλεων», Αρχαιολογία 25, σσ. 71-75.

Μπεοπούλου, Ι. (1992). «Όταν οι άνδρες ταξιδεύουν: Χώροι συνάντησης και διαχωρισμού των φύλων». Στο Παπαταξιάρχης Ε., Παραδέλλης Θ. (επιμ.). Ταυτότητες και φύλο στη σύγχρονη Ελλάδα (σσ. 193-207). Αθήνα: Eκδόσεις Kαστανιώτη-Πανεπιστήμιο Aιγαίου.

Παπαταξιάρχης, Ε. (1992). «Από τη σκοπιά του φύλου: Ανθρωπολογικές θεωρήσεις της σύγχρονης Ελλάδας». Στο Παπαταξιάρχης Ε., Παραδέλλης Θ. (επιμ.). Ταυτότητες και φύλο στη σύγχρονη Ελλάδα (σσ. 11-98). Αθήνα: Eκδόσεις Kαστανιώτη-Πανεπιστήμιο Aιγαίου.

Tεντοκάλη, Β. (1989). «Η διαπολιτισμικότητα του γυναικείου ζητήματος στο χώρο», Δελτίο Συλλόγου Αρχιτεκτόνων 20, σσ. 36-40.

Tεντοκάλη, Β., Λαδά Α.-Σ. (1989). «Το φύλο ως παράμετρος στην οργάνωση του χώρου (Ένα μάθημα στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων)», Δελτίο Συλλόγου Αρχιτεκτόνων 20, σσ. 61-62.

Τεντοκάλη, Β. (1991). «Η κοινωνική δόμηση της ταυτότητας των δύο φύλων», Σύγχρονα Θέματα 45, σσ. 101-106.

Foucault, M. (1987). «Χώρος, γνώση και εξουσία: Συζήτηση με τον Paul Rabinow τον Μάρτιο του 1982». Στο Foucault, M., Εξουσία, γνώση και ηθική. Αθήνα: Ύψιλον.

Foucault, M. (1991). Η μικροφυσική της εξουσίας. Αθήνα: Ύψιλον.

Ξενόγλωσση

Ahrentzen, S. (2003). “The Space Between the Studs: Feminism and Architecture”, Signs 29 (1), σσ. 179-206.

Anthony, K., Dufresne, M. (2009). “Potty Privileging in Perspective: Gender and Family Issues in Toilet Design”. Στο Gershenson, O., Penner, B. (επιμ.). Ladies and Gents: Public Toilets and Gender (σσ. 48-61). Φιλαδέλφεια: Temple University Press.

Ardener, S. (επιμ.) (1993). Women and Space: Ground Rules and Social Maps. Οξφόρδη / Πρόβιντενς: Berg Publishers Limited.

Bell, D., Valentine G. (επιμ.) (1995). Mapping Desire: geographies of sexualities. Λονδίνο / Νέα Υόρκη: Routledge.

Bourdieu, P. (1977). Outline of a Theory of Practice. μτφρ. Richard Nice. Λονδίνο: Cambridge. University Press.

Butler, J. (1990). Gender Trouble: Feminism and the Subversion of Identity. Λονδίνο / Νέα Υόρκη: Routledge.

Butler, J. (1993). Bodies That Matter: On the Discursive Limits of Sex. Λονδίνο / Νέα Υόρκη: Routledge.

Butler, J. (1997). Excitable speech: a politics of the performative. Λονδίνο / Νέα Υόρκη: Routledge.

Butler, J. (2004). Undoing Gender. Λονδίνο / Νέα Υόρκη: Routledge.

Colomina, B. (επιμ.) (1992). Sexuality and Space. Νέα Υόρκη: Princeton Architectural Press.

Cowan, J. (1991). “Going out for coffee? Contesting the grounds of gendered pleasures in everyday sociability”. Στο Loizos, P., Papataxiarchis Ε. (επιμ.), Contested Identities: Gender and kinship in modern Greece (σσ. 180-202). Πρίνστον: Princeton University Press.

Dubisch, J. (1986). “Culture enters through the kitchen: Women, food, and social boundaries”. Στο Dubisch J. (επιμ.). Gender and Power in rural Greece (σσ. 195-214). Πρίνστον: Princeton University Press.

duBoulay, J., 1986. “Women: images of their nature and destiny in rural Greece”. Στο Dubisch J. (επιμ.), Gender and Power in rural Greece (σσ. 139-168). Πρίνστον: Princeton University Press.

Duncan, Ν. (επιμ.) (1996). BodySpace: Destabilizing geographies of gender and sexuality. Λονδίνο: Routledge.

Edelman, L. (1996). “Men’s room”. Στο Sanders J., (επιμ.). Stud: Architectures of masculinity (σσ. 152-161). New York: Princeton Architectural Press.

Foucault, M. (1991β). Discipline and Punish: The Birth of the Prison (μτφρ. A. Sheridan). Λονδίνο: Penguin Books.

Hirschon, R. (1993). “Essential Objects and the Sacred: Interior and Exterior Space in an Urban Greek Locality”. Στο Ardener S. (επιμ.). Women and Space: Ground Rules and Social Maps (σσ. 70-86). Οξφόρδη / Πρόβιντενς: Berg Publishers Limited.

McDowell, L, Sharp, J. P. (επιμ.) (1997). Space, Gender, Knowledge: Feminist Readings. Νέα Υόρκη: J. Wiley.

Miller, D. (1995). “Consumption and Commodities”, Annual Review of Anthropology 24, σσ. 141-161.

Miller, D. (επιμ.) (2001). Home Possessions: Material Culture Behind Closed Doors. Νέα Υόρκη: Pery Oxford.