ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Η ακαδημαϊκή εμπειρία του φύλου: μια αναστοχαστική προσέγγιση με αφορμή ένα Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου

Περίληψη:

Η ίδρυση του ΠΜΣ «Γυναίκες και Φύλα: Ανθρωπολογικές και Ιστορικές Προσεγγίσεις» ‒το οποίο μετονομάστηκε αργότερα σε ΠΜΣ «Φύλο, Πολιτισμός και Κοινωνία»‒ το 2003 στο Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου δε σχετίζεται μόνο με την ιστορική συγκυρία δημιουργίας προπτυχιακών και μεταπτυχιακών σπουδών σε θέματα φύλου και ισότητας στην ελληνική ακαδημία τα πρώτα χρόνια του 21ου αιώνα, αλλά κυρίως αντανακλά την πολυετή διδακτική κι ερευνητική πείρα του τμήματος στα πεδία του φύλου και της σεξουαλικότητας. Αρκετά χρόνια μετά, το παρόν αφιέρωμα επιχειρεί μια αναστοχαστική συζήτηση του τι μπορεί να σημαίνει η μελέτη των κοινωνικών σχέσεων «από τη σκοπιά του φύλου» με βάση την εμπειρία της διδασκαλίας και της φοίτησης στο ΠΜΣ. Οι συγγραφείς του αφιερώματος ‒διδάσκοντες/ουσες και απόφοιτοι/ες του ΠΜΣ‒ επιχειρούν μέσα από τα κείμενά τους να αναδείξουν:α) τη σύνδεση των ακαδημαϊκών στόχων του ΠΜΣ με το ευρύτερο ακαδημαϊκό αλλά και πολιτικό ελληνικό κοινωνικοϊστορικό συμφραζόμενο,
β) τον τρόπο με τον οποίο οι σπουδές στο ΠΜΣ συνδέονται με τις ακαδημαϊκές, επαγγελματικές και προσωπικές επιλογές των αποφοίτων του, καθώς και
γ) τις μετατοπίσεις και διαφοροποιήσεις μιας προσέγγισης που υιοθετεί την «οπτική του φύλου».

Τον Οκτώβριο του 2018 συμπληρώθηκαν δεκαπέντε χρόνια από την ίδρυση του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών για το φύλο στο Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου. 1 Από τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας του το ΠΜΣ έδωσε έμφαση στα κυριότερα θεωρητικά και μεθοδολογικά ζητήματα μελέτης του φύλου στην ανθρωπολογία και την ιστορία, ενώ ασχολήθηκε με το φύλο ως αναλυτική οπτική για την πληρέστερη κατανόηση ζητημάτων που σχετίζονται με την πολιτική, την εκπαίδευση, την οικονομία, την υγεία, τη γλώσσα και την τέχνη. Παράλληλα, το ΠΜΣ ήταν έντονα προσανατολισμένο σε θέματα αναστοχασμού και αυτοαναφορικότητας, επιχειρώντας να αναδείξει τις ακαδημαϊκές, πολιτικές και προσωπικές συνιστώσες μιας ενασχόλησης από τη σκοπιά του φύλου, και να συμβάλει σε μια ευρύτερη συζήτηση γύρω από την ένταξη της οπτικής του φύλου στο πανεπιστήμιο.

H ίδρυση του προγράμματος διαφοροποιούνταν από τα περισσότερα προπτυχιακά και μεταπτυχιακά προγράμματα σπουδών για θέματα φύλου και ισότητας, που προκηρύχθηκαν στο πλαίσιο του ΕΠΕΑΕΚ ΙΙ τα πρώτα χρόνια του 21ου αι.,2 στο βαθμό που οι σπουδές του φύλου ήταν ήδη αναπτυγμένες στο Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και Ιστορίας. Από την αρχή της λειτουργίας του τμήματος η μελέτη της κοινωνικής συγκρότησης του φύλου –όπως αυτή αποτυπώνονταν στα ερευνητικά ενδιαφέροντα των διδασκουσών/διδασκόντων και στους τίτλους των προσφερόμενων μαθημάτων– είχε ιδιαίτερη σημασία τόσο σε προπτυχιακό όσο και σε μεταπτυχιακό επίπεδο,3 ενώ, παράλληλα, η από κοινού μελέτη του φύλου με τη σεξουαλικότητα αποτελούσε κεντρικό αντικείμενο μελέτης και διδασκαλίας. Έτσι, η έναρξη λειτουργίας του ΠΜΣ «Γυναίκες και Φύλα: Ανθρωπολογικές και Ιστορικές Προσεγγίσεις» στο Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου το 2003 στηρίχτηκε στην πολυετή πείρα του τμήματος στη διδασκαλία μαθημάτων σε θέματα φύλου αλλά και σεξουαλικότητας τόσο σε προπτυχιακό όσο και σε μεταπτυχιακό επίπεδο.

Ωστόσο, πέρα από τις/ους διδάσκουσες/όντες του τμήματος συμμετείχε στο ΠΜΣ ένας σημαντικός αριθμός συναδέλφων από άλλα πανεπιστημιακά τμήματα και ερευνητικά κέντρα. Η έμφαση του ΠΜΣ στη προσέγγιση του φύλου μέσα από τα πεδία της ανθρωπολογίας και της ιστορίας και η προσπάθεια διαλόγου με την πολιτική, την οικονομία, την υγεία, την εκπαίδευση, την τέχνη και τη γλώσσα προσέλκυσε συναδέλφισσες και συναδέλφους από διαφορετικά επιστημονικά πεδία, που παρείχαν απλόχερα τη γνώση και την εξειδίκευσή τους σε ποικίλες θεματικές περιοχές. Η πληθώρα αυτή των προσεγγίσεων αποτυπώθηκε στα θέματα των μεταπτυχιακών διπλωματικών εργασιών ειδίκευσης που εκπονούσαν οι φοιτήτριες και φοιτητές και που εστιάζονταν σε θέματα όπως οι έμφυλοι τρόποι μεταβίβασης και κληρονομιάς, η γυναικεία εργασία, ο κυβερνοχώρος, η αντισύλληψη και ο τοκετός, η κακοποίηση, το σώμα, η εκπαίδευση, οι έμφυλες αναπαραστάσεις στον κινηματογράφο, την τέχνη και τη λογοτεχνία, η πατρότητα, η ιστορία του φεμινιστικού κινήματος, η σεξουαλικότητα, η κατανάλωση, η μετανάστευση, ο κινηματογράφος, οι έμφυλες σχέσεις στην εργασία (όπως, για παράδειγμα, στο χώρο της αστυνομίας), οι αναπαραστάσεις στα ΜΜΕ, οι έμφυλες προσεγγίσεις στη θρησκεία, τη μαγεία και την ψυχανάλυση, ο ανδρισμός, οι πολιτικές της ΕΕ και των Ηνωμένων Εθνών, η ιατρικοποίηση του γυναικείου σώματος, οι έμφυλες διαφοροποιήσεις στην «τρίτη ηλικία», η σεξουαλικότητα, οι πολιτικές ισότητας, η αποτύπωση των έμφυλων σχέσεων μέσα από τη φωτογραφία.

Η αναγνώριση της αναλυτικής και πολιτικής σημασίας του φύλου σε μια ποικιλία θεμάτων είχε ως αποτέλεσμα συχνά οι ίδιες/οι απόφοιτες/οι του μεταπτυχιακού προγράμματος να περιγράφουν τις σπουδές τους ως τομή τόσο στην επιστημονική τους πορεία όσο και γενικότερα στη ζωή τους, θέτοντας έτσι με έμμεσο τρόπο το ζήτημα της αλληλοδιαπλοκής μεταξύ επιστημονικού, προσωπικού και πολιτικού και της ανάγκης μιας πιο συστηματικής διερεύνησης αυτών των συσχετισμών. Τα παραπάνω ερωτήματα και οι προβληματισμοί αφορούσαν το δημόσιο πρόσωπο των σπουδών φύλου και του τρόπου με τον οποίο η ακαδημαϊκή ενασχόληση με το φύλο συνδέεται με την καθημερινή εμπειρία απηχώντας έτσι ένα σταθερό ενδιαφέρον για τη σχέση ανάμεσα στο φύλο «εκεί έξω στον κόσμο» και την ενασχόληση με το φύλο στο χώρο της ακαδημίας (βλ. Walters, 2020). Από τη μια πλευρά, αναγνώριζαν ότι «η θεωρία, τουλάχιστον στη φεμινιστική της έκφανση, δεν ισοδυναμεί με πολιτική απονεύρωση ή παραίτηση, αλλά αντίθετα, με πολιτική και πολιτισμική πράξη» (Αθανασίου, 2006, σελ. 109), ενώ, από την άλλη, τόνιζαν τη σύνδεση ανάμεσα στη θεωρητική ενασχόληση με το φύλο και στην έμφυλη βιωμένη εμπειρία, μια σύνδεση που με καταλυτικό συχνά τρόπο οδηγούσε σε αναθεωρήσεις, μετασχηματισμούς και αλλαγές σε προσωπικό, οικογενειακό και επαγγελματικό επίπεδο (βλ. Ahmed, 2017) καθώς και σε επαναπροσδιορισμούς του συν-αισθήματος αναφορικά με ταυτότητες, περιορισμούς και αποκλεισμούς (βλ. Αβραμοπούλου, 2018).

Τον Μάιο του 2019 –ύστερα από την ολοκλήρωση δεκαπέντε κύκλων σπουδών–4 θεωρήσαμε ότι έχουν ωριμάσει οι συνθήκες για να επιχειρήσουμε μια αναστοχαστική συζήτηση του τι μπορεί να σημαίνει η μελέτη των κοινωνικών σχέσεων «από τη σκοπιά του φύλου» με βάση την εμπειρία της διδασκαλίας και της φοίτησης στο ΠΜΣ «Γυναίκες και Φύλα: Ανθρωπολογικές και Ιστορικές Προσεγγίσεις», μετονομαζόμενο από το 2014 και μετά σε «Φύλο, Πολιτισμός και Κοινωνία». Στην ημερίδα που διοργανώσαμε στις 18 Μαΐου 2019 στη Μυτιλήνη με προσκεκλημένες/ους απόφοιτες/οίτους του ΠΜΣ καθώς και διδάσκουσες/οντες που έχουν συμβάλει με το έργο τους στη διαμόρφωση του σπουδών φύλου στην ελληνική ακαδημαϊκή συνθήκη, θελήσαμε να συζητήσουμε και να μοιραστούμε τις σκέψεις μας πάνω σε θέματα που αφορούν:

α) τη σύνδεση των ακαδημαϊκών στόχων του ΠΜΣ με το ευρύτερο ακαδημαϊκό αλλά και πολιτικό ελληνικό κοινωνικοϊστορικό συμφραζόμενο,

β) τον τρόπο με τον οποίο οι σπουδές στο ΠΜΣ συνδέονται με τις ακαδημαϊκές, επαγγελματικές και προσωπικές επιλογές των αποφοίτων του,

γ) τις μετατοπίσεις και διαφοροποιήσεις μιας προσέγγισης που υιοθετεί την «οπτική του φύλου» το χρονικό διάστημα από την ίδρυση του ΠΜΣ μέχρι σήμερα λαμβάνοντας υπόψη και τη διεθνή συνθήκη.

Τα κείμενα του παρόντος αφιερώματος, τα οποία παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά με τη μορφή εισηγήσεων σε αυτή την ημερίδα, επεξεργάζονται πτυχές των παραπάνω ζητημάτων. 5

Έχοντας ως αφετηρία την επαγγελματική τους εμπειρία στο χώρο του πανεπιστήμιου και της δημόσιας διοίκησης, αντιστοίχως, η Αλεξάνδρα Μπακαλάκη και η Ρίτα Δαλεζίου σχολιάζουν στα κείμενά τους τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζονται τα ζητήματα της έμφυλης ταυτότητας και της έμφυλης διαφοράς στη σύγχρονη Ελλάδα, ενώ ταυτόχρονα τις απασχολεί και ο τρόπος ανάδυσης αυτών των ζητημάτων στην περίοδο της οικονομικής κρίσης.

Με αναφορά στις συζητήσεις της με φοιτητές και φοιτήτριες, η Αλεξάνδρα Μπακαλάκη επισημαίνει αρχικά ότι η έννοια του φύλου όλο και συχνότερα φαίνεται να αναφέρεται σε ζητήματα ταυτότητας τα οποία σχετίζονται με τις ατομικές επιλογές των υποκειμένων, παραβλέποντας έτσι το συγκεκριμένο ιστορικό και κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο αυτές εμφανίζονται. Μέσα από μια συστηματική αναφορά και συζήτηση του έργου ανθρωπολόγων που έχουν ασχοληθεί με το ζήτημα της επιλογής, η Μπακαλάκη εξετάζει πως η «η εκτίμηση ότι η δύσκολη θέση στην οποία έχει βρεθεί κάποιο πρόσωπο είναι το κόστος των δικών του επιλογών και ειδικότερα επιλογών μέσω των οποίων προσπάθησε να διαφοροποιηθεί από την πλειοψηφία δικαιολογεί την απουσία αλληλεγγύης προς το πρόσωπο αυτό». Η τάση αυτή φαίνεται να γίνεται εντονότερη την περίοδο της οικονομικής κρίσης, όπου η μη αναγνώριση του φύλου ως παράγοντα που επηρεάζει τις επιπτώσεις της κρίσης και των μέτρων λιτότητας συνδέεται, σύμφωνα με την Μπακαλάκη, με μια προσέγγιση που θεωρεί την έμφυλη ταυτότητα ή την έμφυλη διαφορά ως υπονομευτική μιας οικουμενικής προσέγγισης η οποία αντιλαμβάνεται τα θύματα της κρίσης ως «ανθρώπους» ανεξάρτητα από το φύλο τους. Μια τέτοια θεώρηση, ωστόσο, δεν αναγνωρίζει ότι η έννοια του φύλου εξακολουθεί να είναι «έμφυλη», να αναφέρεται, δηλαδή, σε «γυναίκες» και «μη κανονικούς άντρες», καθώς και το ότι η μη αναγνώριση της έμφυλης ταυτότητας ή διαφοράς ή η αναγνώριση του φύλου αποκλειστικά ως ατομικής επιλογής, για την οποία καθεμία/ένας είναι υπεύθυνη/ος, ενισχύει τις έμφυλες διακρίσεις, ειδικά σε περιόδους οικονομικής αβεβαιότητας και εντεινόμενων κρίσεων.

Με τρόπο παρόμοιο, το πλαίσιο στο οποίο εγγράφεται το κείμενο της Ρίτας Δαλεζίου αφορά την οικονομική κρίση και ειδικά το χώρο της δημόσιας ζωής και των τοπικών και περιφερειακών πολιτικών που σχετίζονται με το φύλο. Με αναφορά τόσο στην επαγγελματική της εμπειρία όσο και στις ακαδημαϊκές της σπουδές, η Δαλεζίου ανάγλυφα αποτυπώνει πως την περίοδο της οικονομικής κρίσης φάνηκε έντονα η αδυναμία των κρατικών πολιτικών, που αφορούν την έμφυλη και κοινωνική ισότητα, τις διακρίσεις και τα δικαιώματα, να προστατέψουν εκείνες τις ομάδες πληθυσμού που ήταν περισσότερο ευάλωτες. Για τη Δαλεζίου, η θεσμική οργάνωση των κρατικών πολιτικών και επιλογών διαιωνίζει συγκεκριμένες αντιλήψεις κοινωνικής οργάνωσης, ενώ ενσωματώνει επιφανειακά μόνο πολιτικές για το φύλο. Το αποτέλεσμα ήταν ότι στη διάρκεια της κρίσης αποκαλύφθηκε ο εύθραυστος χαρακτήρας αυτών των πολιτικών, ο οποίος, συνδυασμένος με την αδυναμία και την απροθυμία της δημόσιας διοίκησης να τις ενσωματώσει, ενέτεινε τις έμφυλες ανισότητες.

Μέσα από την εστίασή τους σε ζητήματα έμφυλης διαφοράς, τόσο η Μπακαλάκη όσο και η Δαλεζίου επανέρχονται σε μία από τις σταθερές της φεμινιστικής σκέψης που σχετίζεται με το δίλημμα «ισότητα ή διαφορά», το οποίο ανάγεται σε φράση-κλειδί που συμπυκνώνει –υποτίθεται‒ αντιπαρατιθέμενες φεμινιστικές θέσεις και πολιτικές στρατηγικές (Αθανασίου, 2006). Όπως ισχυρίζεται ωστόσο η ιστορικός Τζόαν Σκοτ (Joan Scott) (1988), αυτή η αντίθεση αποκρύπτει την αμοιβαία εξάρτηση των όρων «ισότητα» και «διαφορά», καθώς ούτε η ισότητα είναι η εξάλειψη της διαφοράς, αλλά ούτε και η διαφορά αποκλείει εκ των προτέρων την ισότητα. Εκείνο που χρειάζεται είναι η αναγνώριση των τρόπων με τους οποίους νοηματοδοτείται και νομιμοποιείται η έμφυλη διαφορά μέσα σε συγκεκριμένα κάθε φορά ιστορικά και κοινωνικοπολιτισμικά συμφραζόμενα.

Από την άλλη πλευρά, η συζήτηση περί ατομικής επιλογής και η σύνδεσή της με το φύλο, η οποία επιχειρείται στο κείμενο της Μπακαλάκη, παραπέμπει σε κυρίαρχες αντιλήψεις για το φύλο, οι οποίες είναι χαρακτηριστικές κυρίως του νεοφιλελευθερισμού και στο πλαίσιο των οποίων ένα περιχαρακωμένο υποκείμενο επιλέγει ανεξάρτητα από τις κοινωνικές, οικονομικές και πολιτισμικές συνθήκες. Η ατομικοποίηση και ιδιωτικοποίηση ζητημάτων που αφορούν στο φύλο αλλά και τη σεξουαλικότητα οδηγεί στην αποπολιτικοποίησή τους (Duggan, 2003), ενώ, παράλληλα, αποδυναμώνει την προβληματικοποίησή τους συμβάλλοντας έτσι στην ενίσχυση ουσιοκρατικών αντιλήψεων. Σε αντίθεση με την ατομικιστική αυτή ουσιοκρατία, τα κείμενα αυτού του αφιερώματος δείχνουν ότι το ατομικό, το προσωπικό, είναι πολιτικό, επιβεβαιώνοντας το παλιό, κλασικό φεμινιστικό σύνθημα. Επιπλέον, δείχνουν ότι το «επιστημονικό», δηλαδή οι σπουδές του φύλου αλλά και η παραγωγή γνώσης, διαπλέκεται στενά με προσωπικές αναζητήσεις και επιλογές, οι οποίες αποτελούν φεμινιστικά και κουίρ, δηλαδή πολιτικά ζητήματα. Ωστόσο, όπως δείχνει εδώ ο Κώστας Γιαννακόπουλος, η διαπλοκή αυτή και ιδιαιτέρως η πολιτική εμπλοκή της/του ερευνήτριας/τή θεωρείται ακόμη και σήμερα από μια θετικιστική αντίληψη ότι στερεί την/τον εθνογράφο από την απόσταση της/του, η οποία θεωρείται ως απαραίτητη για την μελέτη του αντικειμένου της έρευνας της/του. Ο διαχωρισμός αυτός προσωπικού και επιστημονικού φαίνεται να ενυπάρχει και σε φεμινίστριες και κουίρ ακτιβίστριες/ές οι οποίες/οι στο λόγο τους εκφράζουν / διατυπώνουν διαφοροποιήσεις μεταξύ ακαδημαϊκού λόγου και βιώματος, επιστημονικού και ακτιβιστικού, αποκλείοντας έτσι την επίδραση του προσωπικού βιώματος στην ακαδημαϊκή γνώση.

Στο κείμενο της η Μαρία Quef δείχνει ότι η επιλογή του “coming out” ως θέματος της διπλωματικής της εργασίας, αλλά και γενικότερα των σπουδών της στο ΠΜΣ, υπαγορεύτηκε κυρίως από προσωπικές της διεργασίες αναζήτησης «εξόδου από την ντουλάπα». Και αντιστρόφως, η διπλωματική και οι σπουδές της έδωσαν μια ώθηση στις διαδικασίες που αφορούσαν την προσωπική της ζωή, αλλά και διαμόρφωσαν πολιτικές και επαγγελματικές της επιλογές. Παρόλο που, όπως επισημαίνουν η Μαρία Quef και η Ελένη Κυρατσού, στον δημόσιο τομέα ‒εκπαίδευση και πολεοδομία‒,όπου εργάζονται, οι σπουδές του φύλου «παραγνωρίστηκαν», δεν αξιοποιήθηκαν δηλαδή από τις υπηρεσίες τους, ωστόσο αποτέλεσαν χρήσιμα «εργαλεία πλοήγησης», όπως αναφέρει χαρακτηριστικά η Κυρατσού, στις επαγγελματικές τους διαδρομές. Πιο συγκεκριμένα, η Μαρία Quef περιγράφει τη συμβολή της φεμινιστικής θεωρίας στη δημιουργία ασφαλέστερων χώρων στην τάξη για τα παιδιά των οποίων οι έμφυλες επιτελέσεις προκαλούν βίαιες και εκφοβιστικές συμπεριφορές εναντίον τους από τους συμμαθητές τους. Η αναζήτηση ασφαλέστερων, παράλληλων με την εργασία της στην εκπαίδευση χώρων, οδήγησε τη Μαρία Quef στη συμμετοχή της σε μια κολεκτίβα οκτώ κουίρ γυναικών οι οποίες δημιούργησαν το γυναικείο συνεργατικό καφέ-μπαρ «Beaver». To «Βeaver» δεν γίνεται αντιληπτό από την Μαρία Quef μόνο ως ένας παράλληλος, ασφαλέστερος επαγγελματικός χώρος, αλλά και ως μια μετουσίωση των εφοδίων που αποκόμισε από το ΠΜΣ, μια συνέχεια των μεταπτυχιακών της σπουδών. Όπως λέει η ίδια: «Το “Beaver” είναι το δικό μου “διδακτορικό”».

Αντιστοίχως, η Ελένη Κυρατσού, περιγράφοντας το περιστατικό βίας και κακοποίησης που υπέστη από τον διευθυντή της υπηρεσίας της, επισημαίνει τη συμβολή των εργαλείων πλοήγησης που είχε λάβει από το μεταπτυχιακό του φύλου στην αντιμετώπιση της δύσκολης αυτής κατάστασης. Όπως παρατηρεί η ίδια, οι σπουδές στο ΠΜΣ την είχαν εφοδιάσει με εργαλεία για την αναγνώριση των ευρύτερων δομών εξουσίας και της θέσης τόσο της ίδιας όσο και των άλλων σε αυτές. Έτσι, οι σπουδές συνέβαλαν σε μια διαρκή αναστοχαστική στάση απέναντι στο περιστατικό, που βοηθούσε στην ψυχική ισορροπία μετατρέποντας την κατάσταση σε μια ενδιαφέρουσα επιτόπια έρευνα.

Ενδιαφέρον είναι ότι και η ίδια η ημερίδα αλλά και τα κείμενα που προκύπτουν από αυτή συμβάλλουν είτε στην επίλυση εναπομεινάντων τραυμάτων είτε στην αποτύπωση ύπαρξης «ανολοκλήρωτων» διεργασιών. Πιο συγκεκριμένα, η Ελένη Κυρατσού επιλύει το «αγκάθι», δηλαδή την αίσθηση αποτυχίας που της είχε αφήσει το επεισόδιο της κακοποίησής της από τον πρώην διευθυντή της, όταν η Αλεξάνδρα Μπακαλάκη μοιράστηκε μαζί της μια αντίστοιχη δική της εμπειρία. Η Μαρία Quef, ενώ αναλύει τις σπουδές της στο ΠΜΣ, τη συμμετοχή της στην φεμινιστική / κουίρ κολεκτίβα του «Beaver», τη συμμετοχή της στην ημερίδα αλλά και το ίδιο το κείμενο της ως μέρη της διαδικασίας του “coming out” της, δεν υπογράφει το κείμενό της με το αληθινό επώνυμό της, αλλά με ψευδώνυμο. Η ανολοκλήρωτη αυτή ανοιχτότητα θυμίζει την ανάλυση της Τζούντιθ Μπάτλερ (Judith Butler) (Butler, 2006, σσ. 222-224) για το “coming out” ως μια διαδικασία όπου η αποκάλυψη, το φανέρωμα, η διαφάνεια συνυπάρχουν πάντα με την συγκάλυψη, την αδιαφάνεια, όπου το «έξω» προϋποθέτει πάντα ένα «μέσα». Επιπλέον, στο σύγχρονο κοινωνικοπολιτισμικό συμφραζόμενο η δημόσια αυτοεκδήλωση της ομοφυλοφιλίας φαίνεται να επισύρει την ομοφοβική βία, όπως δείχνει και ο επίλογος του κειμένου της Μαρίας Quef, όπου η δημόσια εκδήλωση της ομοφυλοφιλίας της πρώην συντρόφου της Μαρίας οδηγεί συνειρμικά στη φονική επίθεση κατά του Ζακ Κωστόπουλου.

Πάντως, η δημόσια εκδήλωση της σεξουαλικότητας και ιδιαιτέρως περιθωριοποιημένων μορφών σεξουαλικότητας με τη μορφή ερευνητικού αντικειμένου σε συνδυασμό με μια ‒κάποιες φορές υποτιθέμενη‒ δημόσια σεξουαλική ταυτότητα της/του ερευνήτριας/τή προκαλεί επιστημολογικές και, εντέλει, πολιτικές αντιρρήσεις από μέρους αρκετών Ελλήνων κοινωνικών επιστημόνων. Στην Αμερική και την Ευρώπη ήδη από τη δεκαετία του ’70 στο χώρο της ανθρωπολογίας των γυναικών και αργότερα τη δεκαετία του ’80 στην ανθρωπολογία γενικότερα με το θεωρητικό ρεύμα της πολιτισμικής κριτικής και την αναστοχαστική ανθρωπολογία, η προσωπική αλλά και πολιτική εμπλοκή της/του εθνογράφου στο αντικείμενο της έρευνάς της/του έχει αποτελέσει αντικείμενο διεξοδικής ανάλυσης. Ωστόσο, όπως δείχνει ο Κώστας Γιαννακόπουλος αλλά και άλλες/οι ερευνήτριες/τές για την ελληνική και διεθνή ακαδημαϊκή κοινότητα (Kantsa, 2011˙ Kulick, 1995˙ Dahl, 2011), στην περίπτωση της σεξουαλικότητας, το θετικιστικό παράδειγμα της ιεραρχικής απόστασης / διχοτομίας μεταξύ Υποκειμένου και αντικειμένου έρευνας, Εαυτού Άλλου, είναι ακόμα ισχυρό. Παρά τις πρώτες ανθρωπολογικές μελέτες για τη σεξουαλικότητα και την εμφάνιση της θεωρίας της κοινωνικής κατασκευής στη μελέτη της σεξουαλικότητας τη δεκαετία του ’70, η ουσιοκρατία παραμένει ακόμη και σήμερα μια τρέχουσα ηγεμονική αντίληψη σε πολλές κοινωνίες. Έτσι, ακόμη και σήμερα, όπως και στην περίπτωση του φύλου, οι ερωτικές σχέσεις θεωρούνται ως ο ιδανικός, ιδιωτικός τόπος, όπου το άτομο μπορεί να εκφραστεί υπακούοντας μόνο στα «αυθόρμητα», «έμφυτα», ατομικά συναισθήματα και επιθυμίες (Γιαννακόπουλος, 2006, σελ. 19).

Η Άννη Σιμάτη παρατηρεί ότι η δυσκολία της αλλά και άλλων ερευνητριών/τών της σεξουαλικότητας να ρωτήσει ‒στην αρχή, τουλάχιστον, της έρευνάς της‒ τις/τους συνομιλήτριες/τές της για τις σεξουαλικές τους πρακτικές και φαντασιώσεις οφείλεται στο γεγονός ότι και ή ίδια είχε επηρεαστεί από την ουσιοκρατική αυτή αντίληψη. Η διερεύνηση της σεξουαλικότητας ως κοινωνικής και πολιτικής κατασκευής, και μάλιστα, η υπέρβαση της διχοτομίας Υποκείμενο/αντικείμενο της έρευνας αντιμετωπίζονται με μια άλλη μορφή ουσιοκρατίας, εκείνη της ιθαγενοποίησης της/του ερευνήτριας/τή (Weston, 1998), δηλαδή μιας ουσιοκρατικής ταύτισης ερευνήτριας/τή και ερευνωμένων. Έτσι, ο Γιαννακόπουλος επισημαίνει ότι η έρευνα για την ομοφυλοφιλία συνεπάγεται την κατηγοριοποίηση της ερευνήτριας/τή ως «ομοφυλόφιλης/ου». Υπονοείται, λοιπόν, ότι η διερεύνηση της ομοφυλοφιλίας ενδιαφέρει και αφορά μόνο ή κυρίως τους/τις «ομοφυλόφιλους/ες». Με άλλα λόγια, όπως επισημαίνει η Αλεξάνδρα Μπακαλάκη, η μελέτη της σεξουαλικότητας όπως και του φύλου θεωρείται υπόθεση των γυναικών και των «μη κανονικών» ανδρών. Η Άννη Σιμάτη, κάνοντας επιτόπια έρευνα «οίκοι», δηλαδή στην κοινότητα των μπουτς και φαμ, των ανδροπρεπών και θηλυπρεπών λεσβιών, επιχειρεί να διερευνήσει τους τρόπους με τους οποίους η έμφυλη επιτέλεσή της ως φαμ, δηλαδή θηλυπρεπούς λεσβίας, αλλά και η ταξική ταυτότητά της επηρέασαν τις σχέσεις της στο πεδίο. Ωστόσο, αν η φαμ ταυτότητα, δηλαδή το «ανήκειν» σε μια ομάδα ομοφυλόφιλων γυναικών των οποίων η ερωτική επιθυμία δομείται με βάση την έμφυλη διαφορά, διευκόλυνε την πρόσβαση της Σιμάτη στην κοινωνική αυτή ομάδα, σε άλλες πιο (μεσο)αστικοποιημένες, κυρίως φεμινιστικές λεσβιακές κοινότητες, όπου κυριαρχεί η απαξίωση του έμφυλου, ερωτικού δίπολου μπουτς-φαμ και κυρίως της μπουτς, η πρόσβαση θα ήταν πιο δύσκολη. Επίσης, ο Γιαννακόπουλος επισημαίνει ότι η γκέι ομοφυλόφιλη ταυτότητα του ερευνητή καθιστά δύσκολη την πρόσβαση και κυρίως την κατανόηση μιας μορφής ανδρικής «αρρενωπής» ομοφυλοφιλίας, η οποία ευδοκιμεί στο πλαίσιο της ανδρικής ομοκοινωνικότητας και ασκείται από άντρες που δεν έχουν μια «ομοφυλόφιλη» ταυτότητα. Με άλλα λόγια, στο κείμενο αυτό αμφισβητείται η ομοιογένεια της έννοιας «ομοφυλοφιλία» και, επομένως, η ταύτιση του/της «ομοφυλόφιλου/ης» ερευνητή/τριας με την υποτιθέμενη «κοινότητά» του, δηλαδή τους/τις «ομοφυλόφιλους/ες» συνομιλητές/τριες του/της. Συνακόλουθα, συνομιλώντας με την πλούσια βιβλιογραφία για την ανθρωπολογία «οίκοι», ο Γιαννακόπουλος θέτει σε προβληματισμό την έννοια του «ιθαγενούς» ανθρωπολόγου και της ανθρωπολογίας «οίκοι».

Παρόλο που στα πρώτα χρόνια του 21ου αιώνα είχαν διατυπωθεί από φεμινίστριες θεωρητικές επιφυλάξεις αναφορικά τόσο με την ικανότητα του φύλου να διατηρηθεί ως αναλυτική κατηγορία με επιστημολογικό πλεονέκτημα (Moore, 2006) όσο και με τους ακαδημαϊκούς και πολιτικούς περιορισμούς των σπουδών φύλου (Scott, 2008), στα χρόνια που ακολούθησαν αναδείχτηκε η σημασία διατήρησης του φύλου ως συστηματικού τρόπου κατανόησης των αποκλεισμών και των διακρίσεων σε συγκεκριμένο κάθε φορά πλαίσιο. Τα κείμενα του παρόντος αφιερώματος αποτυπώνουν ένα μέρος των θεωρητικών αναζητήσεων και γενικότερα της ιστορικής διαδρομής των σπουδών του φύλου στην ελληνική ακαδημαϊκή κοινότητα των δύο πρώτων δεκαετιών του 21ου αιώνα. Επιπλέον, αναδεικνύουν αλλά και βασίζονται σε γενικότερες κοινωνικοπολιτισμικές αντιλήψεις για το φύλο και τη σεξουαλικότητα, όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί ή αναδύονται στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία. Η σύνδεση αυτή των σπουδών του φύλου με το ευρύτερο κοινωνικοπολιτισμικό συμφραζόμενο και ιδιαιτέρως με γεγονότα της πρόσφατης κοινωνικοπολιτικής συγκυρίας έγινε ορατή με αφορμή δύο πρόσφατα συμβάντα: Κατά πρώτον, της φονικής επίθεσης κατά του Ζακ Κωστόπουλου, η οποία αποτέλεσε την αφορμή για την ανάπτυξη όχι μόνο ενός πολιτικού κινήματος και κοινότητας συμπαράστασης, αλλά και μελετών για τη σεξουαλικότητα και το φύλο (βλ. Αθανασίου, Γκουγκούσης, Παπανικολάου, 2020). Και κατά δεύτερον, εκείνο της στοχοποίησης ακαδημαϊκών ερευνητριών του φύλου και της σεξουαλικότητας. Η επίθεση αυτή εντάσσεται σε έναν ευρύτερο κύκλο επιθέσεων από συντηρητικές και ακροδεξιές πολιτικές κινήσεις στην Ευρώπη και την Αμερική κατά των σπουδών του φύλου ως μετωνυμικού σημείου του ευρύτερου κοινωνικοπολιτικού ριζοσπαστισμού. Τα γεγονότα αυτά δείχνουν ότι οι «σπουδές του φύλου» παραμένουν, πολλές δεκαετίες μετά την εμφάνιση τους, επίκαιρες.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ελληνόγλωσση

Αβραμοπούλου, Ε. (επιμ.) (2018). Το συν-αίσθημα στο πολιτικό. Υποκειμενικότητες, εξουσίες και ανισότητες στον σύγχρονο κόσμο. Αθήνα: Νήσος.

Αθανασίου, Α. (2006). «Εισαγωγή: Φύλο, εξουσία και υποκειμενικότητα μετά το “δεύτερο κύμα”». Στο Α. Αθανασίου (επιμ.), Φεμινιστική θεωρία και πολιτισμική κριτική (σσ. 13-138). Αθήνα: Νήσος.

Αθανασίου, Α., Γκουγκούσης Γ., Παπανικολάου, Δ. (επιμ.) (2020). Κουήρ Πολιτική/Δημόσια Μνήμη. 30 κείμενα για τον Ζακ. Αθήνα: Ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ ‒ Παράρτημα Ελλάδας.

Butler, J. (2006). «Απομίμηση και έμφυλη ανυπακοή». Στο Γιαννακόπουλος (επιμ.). Σεξουαλικότητα. Θεωρία και πολιτικές της Ανθρωπολογίας (σσ. 219-258). Αθήνα: Αλεξάνδρεια.

Γιαννακόπουλος, Κ. (2006). «Ιστορίες σεξουαλικότητας». Στο Γιαννακόπουλος (επιμ.). Σεξουαλικότητα. Θεωρία και πολιτικές της Ανθρωπολογίας (σσ. 18-102). Αθήνα: Αλεξάνδρεια.

Καντσά, Β., Παπαταξιάρχης, Ε. (2010). «Χρήσεις του φύλου στις κοινωνικές επιστήμες: Ένας συγκριτικός ελληνικός απολογισμός». Στο Β. Καντσά, Ε. Παπαταξιάρχης, Βασιλική Μουτάφη (επιμ.). Φύλο και κοινωνικές επιστήμες στη σύγχρονη Ελλάδα (σσ. 1-50). Αθήνα: Αλεξάνδρεια.

Ξενόγλωσση

Ahmed, S. (2017). Living a Feminist Life. Durham, NC: Duke University Press.

Dahl, U. (2011). “Femme on Femme: Reflections on Collaborative Methods and Queer Femme-inist Ethnography”. SQS, 1, σσ. 1-22.

Duggan, L. (2003). The Twilight Of Equality? Neoliberalism, Cultural Politics, And the Attack On Democracy. Βοστόνη: Beacon Press.

Kantsa, V. (2011). “An Interest in Silence: Tracing, Defining and Negotiating a Research Projection Women’s Same-Sex Sexuality in Greece”. SQS, 1, σσ. 23-40.

Kulick, D. (1995). “Introduction. The Sexual Life of Anthropologists: Erotic Subjectivity and Ethnographic Work”. Στο D. Kulick & M. Willson (επιμ.). Taboo. Sex, Identity and Erotic Subjectivity in Anthropological Fieldwork (σσ. 1-28). Λονδίνο / Νέα Υόρκη: Routledge.

Moore, H. (2006). “The future of gender or the end of a brilliant career?” Στο P.L. Geller και M.K. Stockett (επιμ.). Feminist Anthropology. Past, Present and Future (σσ. 23-42). Πενσυλβάνια: University of Pennsylvania Press.

Scott, J. (1988). “Deconstructing Equality-versus-Difference: Or the Uses of Poststructuralist Theory for Feminism”. Feminist Studies 14 (1), σσ. 32-50.

Scott, J. (επιμ.) (2008). Women’s Studies on the Edge. Ντάραμ / Λονδίνο: Duke University Press.

Walters, S.D. (2020). “Introduction: We Are All (Public) Feminists Now”. Signs 45 (4). σσ. 785-793.

Weston, K. (1998). “The Virtual Anthropologist”. Στο Weston, K. Longslowburn. Sexuality and Social Science (σσ. 189-211). Nέα Υόρκη / Λονδίνο: Routledge.

Σημειώσεις

1 Το πρόγραμμα, που αρχικά λειτούργησε με τον τίτλο «Γυναίκες και Φύλα: Ανθρωπολογικές και Ιστορικές Προσεγγίσεις» ήταν ένα από τα τρία συνολικά Προγράμματα Μεταπτυχιακών Σπουδών που εγκρίθηκαν στο πλαίσιο της κατηγορίας πράξεων «Μεταπτυχιακά Προγράμματα Σπουδών σε θέματα φύλου και ισότητας» το 2003 (τα άλλα δύο ήταν το διατμηματικό πρόγραμμα για το φύλο και την εκπαίδευση στο Τμήμα Φιλοσοφίας και Παιδαγωγικής και στο Τμήμα Ψυχολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου, και το πρόγραμμα για φύλο και θρησκεία στη Θεολογική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών). Το ΠΜΣ «Γυναίκες και Φύλα: Ανθρωπολογικές και Ιστορικές Προσεγγίσεις» λειτούργησε στο πλαίσιο του ΕΠΕΑΕΚ μέχρι τον Αύγουστο του 2008, ενώ από τον Σεπτέμβριο του 2008 μέχρι σήμερα συνεχίζει τη λειτουργία του ενταγμένο στο πλαίσιο των ακαδημαϊκών δραστηριοτήτων του τμήματος. Το 2014 μετονομάστηκε σε ΠΜΣ «Φύλο, Πολιτισμός και Κοινωνία» απηχώντας τις θεματικές και τους προβληματισμούς του προγράμματος σπουδών.

2 Το 2003 οι πρώτες θεσμοθετημένες σπουδές φύλου κάνουν την εμφάνισή τους στο ελληνικό ακαδημαϊκό τοπίο. Πολλά έχουν γραφεί και ακόμα περισσότερα έχουν συζητηθεί στο πλαίσιο επίσημων και ανεπίσημων συναντήσεων για την «έξωθεν» πολιτικά, και όχι «ένθεν» ιστορικά επιβεβλημένη και, ταυτόχρονα, εντυπωσιακά καθυστερημένη δημιουργία σπουδών φύλου στην τριτοβάθμια εκπαίδευση σε προπτυχιακό και μεταπτυχιακό επίπεδο. Πολλοί και σύνθετοι είναι οι λόγοι, τόσο της συγκυρίας που επέβαλε τη θεσμοθέτηση των σπουδών φύλου μόλις τα πρώτα χρόνια του 21ου αι., όσο και της μεγάλης καθυστέρησής τους – λόγοι που συνδέονται με «ιδιαίτερες» ελληνικές συγκυρίες, την πορεία του φεμινιστικού κινήματος και την δομή του ελληνικού πανεπιστημίου (Καντσά & Παπαταξιάρχης, 2010).

3 Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι σε προπτυχιακό επίπεδο προσφέρονταν μαθήματα όπως «Ανθρωπολογία των Φύλων», «Ανθρωπολογία της Συγγένειας», «Ανθρωπολογία της Αναπαραγωγής», «Ιστορία της Οικογένειας και του Γάμου», «Κοινωνική Δημογραφία». Σε μεταπτυχιακό επίπεδο σπουδών προσφέρονταν ήδη από τα πρώτα χρόνια λειτουργίας του τμήματος τα μαθήματα «Ανθρωπολογία της Συγγένειας και του Φύλου» και «Η Οικογένεια στην Ευρωπαϊκή Ιστοριογραφία».

4 Το ΠΜΣ διαρκεί τρία διδακτικά εξάμηνα πλήρους φοίτησης. Στα δύο πρώτα προσφέρονται μαθήματα, ενώ κατά τη διάρκεια του τρίτου εξαμήνου εκπονείται η Μεταπτυχιακής Εργασίας Ειδίκευσης.

5 Στην ημερίδα συμμετείχαν επίσης με εισηγήσεις η Ειρήνη Αβραμοπούλου, η Δήμητρα Γεωργιάδου, η Μαρία Σιδερή, η Έλενα Τζελέπη, ο Παναγιώτης Τίγκας, η Άσπα Χαλκίδου, η Βίλυ Χατζηγιάννη και η Δάφνη-Νικολέτα Χριστουλάκη.