Κορίτσια σε κίνηση: Πολύ μικρές για να γνωρίζουν, πολύ μεγάλες για να περιμένουν

«Ούτε καν ήξερα τι σημαίνει η λέξη πρόσφυγας» – η ανάδυση ενός εμφυλοποιημένου, εκτοπισμένου, ευάλωτου, πολιτικού υποκειμένου.

Είναι η φράση από την αφήγηση μιας έφηβης προσφύγισσας που είναι αφοπλιστικά δηλωτική της απορητικής ταυτότητας η οποία με λογοθετικό τρόπο («και εγένου πρόσφυγας») εκκινεί την ανάδυση μιας εκτοπισμένης υποκειμενικότητας.

Τα «παιδιά / κορίτσια σε κίνηση» είναι ένας όρος-ομπρέλα, ο οποίος τονίζει τους κοινούς κινδύνους και τις προκλήσεις / προβλήματα που αντιμετωπίζουν αλλά και τις διαφορές φύλου, εθνικότητας, ηλικίας και εμπρόθετης δράσης.

Αναλύσαμε τις ιστορίες των κοριτσιών με το να τις επανιστορήσουμε μέσα από ένα θεματικό πλαίσιο που οδηγεί το νόημά τους. Ιστορίες που, αν και αναφέρονται στο πριν από τη μετανάστευση, το ταξίδι και την άφιξη, συνιστούν μια μη γραμμική και θραυσματική αφήγηση από τους διαφορετικούς τόπους (χώρα καταγωγής / προέλευσης, προορισμού, τράνζιτ, καμπ) και χρόνους (πριν από, κατά, μετά) τη μετανάστευση.

Προσπαθήσαμε να διατηρήσουμε τη συνοχή των αφηγήσεών τους και να «ακούσουμε» τις βιωμένες ιστορίες τους, ώστε να ειπωθούν με τον πιο ολοκληρωμένο τρόπο, και οδηγημένες από φεμινιστική σκοπιά, που, όπως σημειώνει η Μέριλιν Στράδερν (Marilyn Strathern), «η εκπροσώπηση της βιωμένης εμπειρίας των ατόμων και η πραγματική χρήση της ως ένα εργαλείο γνώσης δεν πρέπει να οικειοποιείται / απαλλοτριώνεται από άλλους, συμπεριλαμβανομένων των ειδικών και των ερευνητών».

Τα κορίτσια μεταναστεύουν για να αποδράσουν από κακοποιητικές σχέσεις (του πατέρα ή του συζύγου), κάθε μορφής έμφυλη βία (βιασμούς, ενδοοικογενειακή κ.ά.), να γλυτώσουν πολιτική ή άλλης μορφής έμφυλη καταπίεση, να επανενωθούν με την οικογένειά τους, αλλά και εξαιτίας διώξεων και απειλών από ολοκληρωτικά καθεστώτα και εμφύλιους πολέμους, βιασμούς πολέμου, απαγωγές κοριτσιών, εξαναγκαστικούς γάμους για τις ίδιες και για τις μητέρες τους. Η σχέση μητέρων-κορών είναι κρίσιμη για την απόφαση και το σχεδιασμό της μετανάστευσης, ειδικά σε περιπτώσεις εξαναγκαστικών γάμων, σημαίνοντας την ανάδυση μιας μορφής γυναικείας αδελφοσύνης (sisterhood), που διασαλεύει παράλληλα τα όρια των ρόλων μεταξύ γονέα-παιδιού, μητέρας-κόρης, τουλάχιστον όπως είναι κατανοητά μέσα στα δυτικά φιλελεύθερα συμφραζόμενα.

Αν η «επιβίωση διαμορφώνεται και κατανέμεται ανισομερώς από κανονιστικές και κανονικοποιητικές ρυθμίσεις της εξουσίας», όπως μας λένε η Αθανασίου και η Μπάτλερ, η απόφαση για τη μετανάστευση είναι προσπάθεια διαφυγής από ένα πλέγμα εξουσιών που ορίζει τη ζωή τους: αποκλεισμό από ευκαιρίες ζωής όπως η εκπαίδευση, η γλώσσα, η φροντίδα υγείας, η εργασία και η πρόσβαση σε δημόσια αγαθά, αλλά και το δικαίωμα να λαμβάνουν αποφάσεις για τη ζωή τους και να κάνουν όνειρα για το μέλλον τους.

Τα κορίτσια βρίσκονται εμπλεγμένα σε δομές εξουσίας που ασκούν έλεγχο πάνω στον τρόπο με τον οποίο μαθαίνουν να σκέφτονται για το σώμα τους, την έκφραση της σεξουαλικότητάς τους, και που αγωνίζονται να απεμπλακούν σε μια προσπάθεια να διαμορφώσουν έναν άλλο τρόπο ζωής «γιατί στο Ιράν όλα είναι γύρω από τα αγόρια».

Οι έφηβες αδελφές Γκουλπαρί και Λαρμίνα, ζώντας ως προσφύγισσες ήδη στο Ιράν (από το Αφγανιστάν), ανακαλούν τη στοχοποίησή τους ως οι Αφγανές της γειτονιάς, εφόσον δεν μιλούσαν τα φαρσί που μιλιούνται στον Ιράν, γιατί δεν τους επιτρεπόταν να πάνε σχολείο. Η γλώσσα, όπως συμβαίνει και στην Ελλάδα, γίνεται το μέσο διατήρησης μιας εκτοπισμένης ατομικής και συλλογικής, έμφυλης και φυλετικής υποκειμενικότητας, ένας μηχανισμός καθυπόταξης μέσα σε εθνικιστική, έμφυλη, ρατσιστική και καθεστωτική βία διευθέτησης της ιδιότητας του/της πολίτη/ισσας.

Οπωσδήποτε, τα κορίτσια που μεταναστεύουν δεν είναι μια ομοιογενής κατηγορία. Έχουν διαφορετική εθνική, θρησκευτική και οικογενειακή καταγωγή / προέλευση, διαθέτουν διαφορετικά οικογενειακά και άλλα δίκτυα υποστήριξης, ιδέες σχετικά με τον κοινωνικό ρόλο των γυναικών καθώς και διαφορετικούς σεξουαλικούς προσανατολισμούς. Η Εσθέρ, που είναι τώρα 19 ετών, μιλάει για το φόβο για το μέλλον της στο Ιράν ως λεσβία. Τα προβλήματα που θα αντιμετώπιζε με την κυβέρνηση και την κοινωνία υπήρξαν η αφετηρία για την απόφασή της να φύγει αναζητώντας μια κοινότητα για να συνυπάρξει και να ανήκει ως λεσβία. Το «“πάσχειν” γίνεται αιτία αποκλεισμού αλλά και όρος συμπερίληψης».

Οι αποφάσεις και ο σχεδιασμός για το ταξίδι, τον προορισμό, οι προσδοκίες και οι φόβοι συνιστούν ένα πλαίσιο έμφυλων διευθετήσεων. Διαδρομές που ενέχουν «μικρότερους κινδύνους βιασμών και επιθέσεων», επιλογές διακινητών που «υπόσχονται προστασία για τα θηλυκά μέλη της ομάδας» ή της ευρύτερης οικογένειας, κορίτσια που «δίνονται» στην εποπτεία ομοεθνών / γειτόνων, ακριβότερο αντίτιμο για γυναίκες μόνες, μητέρες που διασχίζουν σύνορα και κακοποιούνται, είναι μερικές από τις όψεις τέτοιων έμφυλων διευθετήσεων που αναδείχτηκαν στις αφηγήσεις τους.

Η διάρκεια του ταξιδιού και οι κίνδυνοι (χωρισμός από μέλη της οικογένειας, κράτηση και επαναπροώθηση) διαφέρουν, και τα περισσότερα από τα κορίτσια δεν είχαν ως προορισμό την Ελλάδα και αισθάνονται παγιδευμένα εδώ. Έτσι, το ταξίδι αποκτά διάρκι εια, γίνεται μια χωροχρονικά εμποδισμένη διαδικασία και παραμένει μια ανοιχτή προσμονή για το μέλλον.

Η νεκροπολιτική των καμπ, η κράτηση και ο θεσμός της κηδεμονίας

Η διαμονή των ασυνόδευτων ανηλίκων στα κατ’ ευφημισμό safe zones εντός των καμπ, έως ότου βρεθεί χώρος σε άλλες δομές (ξενώνες), ή η κηδεμονία, που κάποιες φορές πρακτικά σημαίνει κράτηση σε αστυνομικά τμήματα (ιδίως στα σημεία εισόδου της χώρας), και οι συνθήκες διαβίωσης εκεί, η απουσία διερμηνείας, που συνεπάγεται την έλλειψη κάθε δυνατότητας επικοινωνίας, έχουν ως αποτέλεσμα το να αισθάνονται οι ανήλικες μόνες, εγκαταλειμμένες και φοβισμένες. Πρόκειται για συνθήκες που όχι μόνο παραβιάζουν τα διεθνώς αναγνωρισμένα δικαιώματα του παιδιού, αλλά κυρίως παραβιάζουν κάθε κατανόηση αυτού που θα λέγαμε «ανθρώπινες συνθήκες ζωής». Η Ιτιμάδ μίλησε για τη ζωή στο καμπ ως «αργό θάνατο» που δεν θα ξεχάσει ποτέ. Το να υποφέρουν σε ένα γεμάτο κοντέινερ (χωρίς δυνατότητα ύπνου και πρόσβασης σε τουαλέτες) μας συνδέει με αυτό που ο Ασίλ Μ’μπέμπε (Achille Mbembe) έχει αναφέρει ως «νεκροπολιτική», ένα μέσο ελέγχου που χρησιμοποιεί όχι άμεση και ενεργητική δολοφονία, αλλά δημιουργεί άτομα για πάντα πληγέντα (being permanently injured).

Για άλλα κορίτσια, το καμπ είναι ο χώρος μέσα στον οποίο βίωσαν σεξουαλική βία και βιασμό, όπως αφηγείται η Μόσκα, ένα από τα κορίτσια που υποστηρίζεται από τη «Διοτίμα». Η Αζάλ, μην αντέχοντας τη βία μέσα στη Μόρια, σε κάποια στιγμή απελπισίας ξύρισε το κεφάλι της ως μια τελετουργία αντίστασης απέναντι σε αισθήματα φόβου, θλίψης και τραύματος, που ένιωθε να την κατακλύζουν. Είναι το σώμα της Αζάλ που γίνεται εκ νέου το πεδίο εγχάραξης πόνου, μη διαθέτοντας κανένα άλλο μέσο για να αντισταθεί και να διαμαρτυρηθεί στις απάνθρωπες συνθήκες της μη ζωής της στο καμπ.

Οι νεαρές έφηβες, σε μια αναπτυξιακή φάση ζωής που χαρακτηρίζει αυτή την ηλικία, στερούνται νοήματος στο να επενδύσουν σε αυτή την ενδιάμεση ζώνη ζωής και εξαντλούνται στις αυτοσχέδιες λύσεις για να καταστεί βιώσιμη η ζωή τους στα καμπ ή στους ξενώνες όπου ζουν απομονωμένες από την κοινωνική ζωή, έως ότου συμπληρωθούν τα χρόνια για την ενηλικίωση (18 ετών), οπόταν, χωρίς δυνατότητες για κάποιο μέλλον, θα βρεθούν εκ νέου εξαρτημένες και δέσμιες της έξωθεν βοήθειας από οργανώσεις ή το κράτος. Καθοριστικά επιδρά στην αίσθηση μονιμότητας / παροδικότητας η ζωή στα καμπ, όπου περνούν μια ζωή χωρίς χαρά, οικογένεια και άλλες κοινωνικοποιητικές δραστηριότητες τόσο σημαντικές για τη διαμόρφωσή τους. Οι ανεπάρκειες των επαγγελματιών ως προς την κατανόηση κάθε έμφυλης, κοινωνικής και πολιτισμικής διαφοράς δημιουργούν εμπόδια στην οποιαδήποτε προσπάθεια υποτυπώδους ένταξης των κοριτσιών και στην ανάγκη ενδυνάμωσής τους.

Τα σχέδια ή η προσδοκία να βρεθούν σε κάποια άλλη χώρα της κεντρικής ή της βόρειας Ευρώπης και η κατάσταση λίμπο στην οποία βρίσκονται εγκλωβισμένες από την αναμονή και την ασάφεια ως προς το άσυλο και τις νομικές διαδικασίες, η απώλεια επαφής με οικείους, η έλλειψη πληροφορίας για το τι πρόκειται να συμβεί στη συνέχεια τις κάνουν να νιώθουν χαμένες, μόνες, απληροφόρητες και χωρίς προσανατολισμό. Η έλλειψη προσανατολισμού και κατεύθυνσης στο σύστημα διαχείρισης των προσφύγων και ιδιαιτέρως των παιδιών δεν αφορά παραλείψεις, αβλεψίες, υποκειμενικές και αντικειμενικές ανεπάρκειες, όσο ένα βιοπολιτικό σύστημα που με όρους νεοφιλελεύθερης κυβερνητικής και άσκησης θεσμικής βίας και ασάφειας ρευστοποιεί υποκειμενικότητες και ταυτότητες.

Επιπλέον, η βλάβη που προκαλείται από την παρατεταμένη ανάγκη προστασίας, όπως μας λέει η Ειρήνη Αβραμοπούλου, ωθεί στο να προσλαμβάνουμε τους πρόσφυγες ως τη φιγούρα του ηθικά νομιμοποιημένου σώματος που υποφέρει. Θύματα χωρίς θύτες, που βιώνουν οδύνη σε μια διαρκή «στιγμή επείγουσας ανάγκης», χωρίς κανείς να διερωτάται ή να καθίσταται υπόλογος για την οδύνη αυτή.

Ένα μέρος για να το αποκαλείς σπίτι: ξενώνες, διαμερίσματα και η ζωή στην «άκρη της πόλης»

Η Μάσα περίμενε να ολοκληρωθεί η συνέντευξη, για να μιλήσει για τις συνθήκες που επικρατούσαν σε έναν άλλο ξενώνα, από όπου είχε περάσει. Είχε υποσχεθεί ότι, αν της δινόταν η ευκαιρία, θα μιλούσε για τις συνθήκες της ζωής τους και, μάλιστα, ζήτησε να μην ανωνυμοποιηθεί και να διατηρηθεί το όνομά της. Αυτή ήταν μια απόφαση η οποία μάς έδειξε ότι τα κορίτσια έχουν δίκτυο αντίστασης που προσπαθεί να δώσει φωνή στις ανάγκες τους, στην κακοποίηση τους και στα αιτήματά τους. Από τη ρωγμή ενός συστήματος κανονικοποιητικής βίας πάνω στις ζωές των προσφυγόπουλων κοριτσιών αναδύεται ένα πολιτικοποιημένο υποκείμενο που αρνείται να αποδεχτεί τη θεσμική βία και αορατότητα και επιχειρεί να πολιτικοποιήσει την ιδιότητα του ασυνόδευτου ή διαχωρισμένου παιδιού / κοριτσιού στο έδαφος μιας ματαιωμένης «Ευρώπης των ονείρων τους». Η απόπειρα αυτοεκπροσώπησης είναι μια κρίσιμη εμπειρία ενδυνάμωσης, που επιχειρεί να αντισταθεί στην ευάλωτη θέση της/τους και να αναταράξει τις ηγεμονικές αναπαραστάσεις / εκπροσωπήσεις καθώς και να διανοίξει τη δυνατότητα εναλλακτικών όψεων της προσωπικότητάς τους, της θέσης και των τόπων τους.

Τα κορίτσια δημιουργούν δίκτυα επικοινωνίας μεταξύ τους για να αλληλοϋποστηρίζονται, ακόμα κι αν διασταυρώθηκαν οι δρόμοι τους για λίγο στο παρελθόν. Οι ξενώνες γίνονται ενίοτε οι τόποι όπου αναπτύσσουν σχέσεις και φιλίες, που κρατάνε ακόμα κι όταν έχουν χωριστεί. Η Φερεστέ εξομολογείται ότι, παρ’ όλες τις αντιξοότητες όσο ήταν σε κράτηση και σε κηδεμονία, συνάντησε μια άλλη κοπέλα την οποία ερωτεύτηκε. Χρησιμοποιούν κινητά και μέσα κοινωνικής δικτύωσης, για να επικοινωνούν με μέλη της οικογένειάς τους, ή σπαστά αγγλικά, για να επικοινωνούν με τον έξω κόσμο. Οργανώνουν μια συλλογική ύπαρξη μέσα από τις δραστηριότητές τους, τους ρόλους που αναλαμβάνουν μεταξύ τους στους ξενώνες. Άλλες ζουν μοναχικά και απόμακρα, όπως η δεκαπεντάχρονη Σαραράχ που ζει και σκέφτεται μόνο πότε θα βρεθεί με τη μητέρα της, σε μια σπαρακτική αφήγηση αποχωρισμού και ευθύνης για εκείνη την άλλη γυναίκα-μητέρα που έμεινε πίσω να υπόκειται κάθε μορφής καταπίεση και εξευτελισμούς από τον σύζυγο, για να έχει η ίδια ένα καλύτερο μέλλον.

Η ηλικία στο παρόν μεταναστευτικό σύστημα συνιστά στοιχείο εργαλειοποίησης. Η καταγραφή ως «κάτω των 18» παρέχει συγκεκριμένα προνόμια (πρόσβαση σε διαμονή, εκπαίδευση κ.ά.), ενώ λάθος καταγραφές στα κέντρα υποδοχής μπορούν να καταστούν εμπόδιο για την πρόσβαση στην εκπαίδευση αργότερα. Η Μασάχ και η Γιάρα, που ζουν σε διαμερίσματα, δεν θέλουν να πάνε σχολείο και ελπίζουν να φύγουν σύντομα από την Ελλάδα ή να επανενωθούν με την οικογένειά τους. Στο μεταξύ, αποδυναμώνονται και βιώνουν κόπωση, απομόνωση και ψυχικό αδιέξοδο. «Είμαστε σαν κρατούμενοι μέσα στο σπίτι», αφού δεν βγαίνουν έξω σχεδόν ποτέ και δεν ενδιαφέρονται να συναντήσουν ομηλίκους και να κάνουν φιλίες στην Ελλάδα. Ισλαμοφοβία, ρατσισμός και ξενοφοβία ‒η Γιάρα υπέστη ρατσιστική επίθεση στην Ομόνοια‒ είναι εμπειρίες που περιορίζουν την κίνησή τους στην πόλη. Κάποιες μαθαίνουν ελληνικά, με στόχο να σπουδάσουν και να βρουν μια δουλειά. Αυτά είναι τα όνειρα και τα σχέδιά τους για το μέλλον.

Για εμάς στη «Διοτίμα», το ηθικό και πολιτικό ερώτημα που μας τίθεται διαρκώς είναι κατά πόσον θα συνεχίσουμε να αποδυναμωνόμαστε γνωρίζοντας τους δομικούς, πολιτικούς περιορισμούς που φυσικοποιούν και κανονικοποιούν την οδύνη, την ευαλωτότητα και τη θλίψη μέσα από κοινά αποδεκτές καθημερινές αφηγηματικότητες για την προσφυγικότητα παιδιών-εφήβων κοριτσιών.

Καθώς το κράτος και οι δημόσιες μέριμνες γίνονται αντικείμενο περιφρόνησης στη νεοφιλελεύθερη διακυβέρνηση και οι ηγεμονικοί λόγοι εκκενώνουν την απόκριση από την ευθύνη, σε κοινωνικοοικονομικό και πολιτικό επίπεδο όλο και περισσότερο η απόκριση κινδυνεύει να διολισθαίνει προς μια ενοχοποιημένη απόκριση που υποβαθμίζει τους όρους τους οποίους παρήγαγε και επέτρεψε το τραύμα.

Να αναστοχαστούμε με ποιητικότητα, λοιπόν, τους τρόπους που η τρωτότητα μετατρέπεται σε νόρμα ρύθμισης της μετανάστευσης και του ασύλου σε ποικίλα συμφραζόμενα εθνικισμού. Να τοποθετηθούμε με κριτική απόσταση από τους λόγους της θυματοποίησης και της φιλανθρωπίας και να αναλάβουμε την ευθύνη λόγων με πολιτικά αιτήματα και διεκδικήσεις, που νομιμοποιούν ατομικές και συλλογικές αιτιάσεις και αξιώσεις για λογοδοσία.

Βιβλιογραφία

  • Strathern, M. (2000). Audit cultures: Anthropological studies in Accountability, Ethics, and the Academy. Νέα Υόρκη / Λονδίνο: Routledge.
  • Μπάτλερ, Τ., Αθανασίου, Α. (2016). Απ-αλλοτρίωση. Η επιτελεστικότητα στο πολιτικό. Αθήνα: Τόπος.