Ρίκα Μπενβενίστε, Λούνα: Δοκίμιο ιστορικής βιογραφίας (Πόλις, 2017), σσ. 218.

«Σε ποιον ανήκει η ιστορία;»1 Το ερώτημα αυτό είναι διαρκώς παρόν στο βιβλίο της Ρίκας Μπενβενίστε Λούνα: Δοκίμιο ιστορικής βιογραφίας. Πώς γράφεται η ιστορία των αφανών και ποιος υπερασπίζει τα δικαιώματα των νεκρών; Ποια είναι τα καθήκοντα των ιστορικών και ποιες είναι οι υποχρεώσεις τους απέναντι στους νεκρούς;

Πώς γράφει κανείς για ένα γεγονός που αφορά εκατομμύρια ανθρώπους, διατηρώντας την ίδια στιγμή τη μοναδικότητα των υποκειμένων που έζησαν το διωγμό, τη φρίκη των στρατοπέδων συγκέντρωσης και βγήκαν ζωντανοί από αυτά;

Το δοκίμιο ιστορικής βιογραφίας της Ρίκας Μπενβενίστε έχει στον τίτλο του το όνομα ενός ιστορικού υποκειμένου: Η Λούνα Γκατένιο, επιζήσασα της γενοκτονίας των Εβραίων, εργαζόμενη, μη εγγράμματη, γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα.

Το όνομα γίνεται ένδειξη μιας ιστορικής μεθόδου, της μικροϊστορίας. Τα ονόματα της ιστορίας είναι τα ονόματα των αφανών. Για τους αφανείς δεν υπάρχουν πηγές για να στηριχτεί η ιστορικός, παρά μονάχα θραύσματα μνήμης, δικαστικά έγγραφα, ίχνη που άφησαν στη γραφειοκρατία. Η φωνή της Λούνας ακούγεται σε μια σύντομη προφορική μαρτυρία της που κατέθεσε στην Έρικα Κούνιο-Αμαρίλιο και στον Αλμπέρτο Ναρ, και υπάρχει καταγεγραμμένη στο βιβλίο τους Προφορικές μαρτυρίες Εβραίων της Θεσσαλονίκης για το Ολοκαύτωμα (Ευρασία, 2015). Η βιογραφία της ανασυντίθεται μέσα από τα λιγοστά ίχνη που άφησε η Λούνα, όπως η δικαστική κατάθεσή της, η ταυτότητά της ως μέλους της Ένωσης Ομήρων, φωτογραφίες, ο φάκελός της στη Γενική Επιτροπή Περίθαλψης, αλλά και μέσα από τις προσωπικές αναμνήσεις της συγγραφέως.

Αυτά τα ίχνη της Λούνας αποκτούν το νόημά τους μέσα από τη σχέση τους με έναν ευρύ φάσμα πηγών. Η ερμηνεία προκύπτει από την ισότιμη αντιμετώπιση των πηγών –χαρακτηριστικό της μικροϊστορίας– η οποία φωτίζει μέσα από τη σχέση των συμφραζομένων (πολιτικών, κοινωνικοοικονομικών, πολιτισμικών) με τη μαρτυρία της Λούνας πώς βιώθηκε η επιστροφή των επιζώντων από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης σε μια άδεια από Εβραίους και εχθρική Θεσσαλονίκη.

Η αφήγηση οργανώνεται με βάση τους τόπους από τους οποίους πέρασε η Λούνα αρχικά προπολεμικά και κατά τη διάρκεια του πολέμου: το Συνοικισμό 151 –μια από τις αμιγώς εβραϊκές γειτονιές της Θεσσαλονίκης–, το Ρεζή Βαρδάρ, το συνοικισμό του Βαρόνου Χιρς, από τον οποίο εκτοπίστηκε με τον σύζυγό της, Σαμ, στο Άουσβιτς-Μπίρκεναου στις 27 Μαρτίου 1943. Στο κεφάλαιο για το Άουσβιτς, το οποίο διερευνά την εμπειρία όσων υπέστησαν τα ναζιστικά πειράματα στο Μπλοκ 10 του στρατοπέδου, το ερώτημα «Πώς ζει κανείς με έναν αριθμό στο μπράτσο μετά τον πόλεμο;» μας υπενθυμίζει τη διαρκή προσπάθεια της ιστορικού να δει με τα μάτια θυμάτων την εμπειρία των βασανιστηρίων και του εγκλεισμού στο στρατόπεδο εξόντωσης και ταυτόχρονα τη ριζική διαφορά που χωρίζει τους ανθρώπους της μετά τη Shoah εποχής από όσους και όσες βίωσαν τη φρίκη. Η ιστορικός πρέπει επιπλέον να αναμετρηθεί με την απώλεια του βιώματος, καθώς άλλοτε η σιωπή και άλλοτε η μνήμη μετέφεραν την εμπειρία.

Ανασυνθέτει μέσα από ένα ευρύ φάσμα πηγών όλες τις πτυχές του προγράμματος «φυλετικής βιολογίας» και τη φρίκη της εμπειρίας του Μπλοκ 10, που για τους ελάχιστους επιζήσαντες και τις ελάχιστες επιζήσασες σήμαινε την καταστροφή της υγείας τους για πάντα. Αναφορές όπως ο κατάλογος των κρατουμένων του Κέντρου Αλλοδαπών ρίχνουν ένα βιαστικό φως σε αυτή την καταστροφή. Η Λούνα υπέστη τη φρίκη των πειραμάτων για δεκαοχτώ μήνες και, όπως οι περισσότερες γυναίκες, δεν θέλησε να μιλήσει για αυτό. Άλλες δεν άντεξαν και «προτίμησαν τη “φυσική” εξόντωση στο Μπίρκεναου». Οι όροι δεν διαφωτίζουν για τις συνθήκες υπό τις οποίες προκλήθηκε μια «ανήκεστος βλάβη», η ιατρική γλώσσα και οι γραφειοκρατικές δηλώσεις δεν βοηθούν στην κατανόηση της ακραίας βίαιης μεταχείρισης. Τα υπομνήματα που ετοίμασε ο γιατρός Ισαάκ Ματαράσσο και απηύθυνε στην Εβραϊκή Ιατρική Εταιρεία στο Τελ Αβίβ περιλαμβάνουν τη γνωμάτευση και της Λούνας, ενώ οι καταθέσεις που δόθηκαν στην Κοινότητα ενώπιον του διευθυντή Μπαρούχ Σιμπή στις 18 Μαΐου 1956 συνιστούσαν αίτηση για τη διεκδίκηση αποζημιώσεων. Η Ρίκα Μπενβενίστε τονίζει τις διαφορετικές νοηματοδοτήσεις της εμπειρίας των πειραμάτων για τους άντρες και τις γυναίκες, και αναδεικνύει έμφυλες όψεις της στρατοπεδικής εμπειρίας, όπως πρότυπα συμπεριφοράς συνδεδεμένα με τις έμφυλες ταυτότητες, έχοντας πάντα κατά νου ότι κατά βάση η επιβίωση ήταν θέμα τύχης και ότι ο θάνατος ήταν ο κανόνας (σελ. 77).

Μετά την επιστροφή της από τα στρατόπεδα εξόντωσης, η Λούνα, όπως και οι περισσότεροι Εβραίοι, βρίσκεται σε πλήρη ανέχεια. Η φτώχεια είναι κοινή για τον εβραϊκό και μη εβραϊκό πληθυσμό. Οι Εβραίοι, όμως, έχουν χάσει τα σπίτια τους, όλα τους τα υπάρχοντα και όλους τους συγγενείς και φίλους τους. Απέναντί τους βρίσκουν τους δικαστικούς θεσμούς και τη διοίκηση που θέτει προσκόμματα στην επιστροφή των σπιτιών και των περιουσιών τους, τασσόμενη στο πλευρό των «μεσεγγυούχων». Το προσωρινό Διοικητικό Συμβούλιο της Κοινότητας κάνει υπεράνθρωπες προσπάθειες να ανασυγκροτήσει τις επιτροπές πρόνοιας, ώστε να προσφέρει ανακούφιση και βοήθεια, και διεκδικεί όσα κτήρια ανήκαν στην Κοινότητα και δεν έχουν καταστραφεί να επιστραφούν από τους καταληψίες, ανάμεσα στους οποίους βρίσκονται και κρατικές υπηρεσίες, όπως το Υποθηκοφυλακείο. Η Συναγωγή της οδού Συγγρού αποτελούσε καταφύγιο αστέγων για δύο ολόκληρα χρόνια. Η Λούνα παρέμεινε εκεί για λίγες βδομάδες μετά την επιστροφή της. Από εκεί θα βρεθεί στο «Υπνωτήριο Αλλατίνη» (προπολεμικά, «Ορφανοτροφείο Καρόλου Αλλατίνη»). Η Ρίκα Μπενβενίστε αναλαμβάνει το δύσκολο έργο να ανασυνθέσει την κοινωνικότητα όσων επέζησαν και έζησαν κοινή ζωή σε αυτά τα ιδρύματα, αναδεικνύοντας τη συλλογική εμπειρία –χωρίς να προδίδει την ατομικότητα– όσων ήταν «όμηροι ενός οδυνηρού παρελθόντος και μιας απώλειας που δεν επέτρεψε ποτέ τη συμφιλίωση με το παρόν. Που άφηνε ελάχιστο χώρο για όνειρα στο μέλλον. Ευάλωτοι, κοντά μας, αλλά πάντα απόμακροι» (σελ. 62). Όσες και όσοι διαμένουν στο «Αλλατίνη» ανήκουν στα εργατικά στρώματα του πληθυσμού, στα οποία ανήκε η πλειονότητα των περίπου πενήντα χιλιάδων Εβραίων προπολεμικά. Δεν κατείχαν ούτε σπίτι ούτε επιχείρηση, για να διεκδικήσουν μεταπολεμικά. Η Λούνα κατοικούσε στο «Αλλατίνη» μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’60.

Η Ρίκα Μπενβενίστε μάς επαναφέρει διαρκώς στη Shoah – στα βασανιστήρια, στην απώλεια των αγαπημένων προσώπων, στην καταστροφή που επιβλήθηκε, ακόμα και στο πένθος με την καταστροφή και λεηλασία του εβραϊκού νεκροταφείου: «Αλλά τι νόημα έχουν στ’ αλήθεια αυτές οι λέξεις –προστασία, ελευθερία– για κάποια που βγήκε από το Άουσβιτς;» (σελ. 122). Καθώς προσπαθεί να κερδίσει την όποια κανονικότητα της μεταπολεμικής ζωής από την οποία είναι για πάντα αποκομμένο, ένα μεγάλο ποσοστό του εβραϊκού πληθυσμού μετανάστευσε – οι περισσότεροι στο Ισραήλ και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Τα κίνητρα όσων πήραν την απόφαση είναι δύσκολο να εξακριβωθούν: ανεργία, φτώχεια, η διάψευση των ελπίδων ότι οι δικοί τους επέζησαν, η ψυχρή υποδοχή στην πόλη τους και ο μεταπολεμικός αντισημιτισμός, η επιβράβευση όσων εμπλέκονταν στο διωγμό τους και στη λεηλασία των περιουσιών τους; Η Λούνα φαίνεται ότι σκεφτόταν τη μετανάστευση, αφού υπέβαλε αίτηση για χορήγηση «πιστοποιητικού κοινωνικών φρονημάτων στο Β Αστυνομικό Τμήμα της Θεσσαλονίκης το 1951 «ίνα χρησιμεύσει δι’ αποδημίαν» (σελ. 128). Η εβραϊκή κοινωνικότητα παίρνει τη μορφή «μιας ζωής αναμεταξύ μας», «entre mozotros», δίνει διέξοδο στις αναμνήσεις του πολέμου, στους φόβους, στα διλήμματα, στις διεκδικήσεις, ανακούφιση από την αγωνία ότι ο κίνδυνος δεν έχει περάσει.

Η ιστορία της Λούνας είναι η ιστορία των αφανών, η ιστορία την οποία ο κανόνας έχει περιθωριοποιήσει και την οποία φέρνει στο προσκήνιο η αφήγηση της ιστορικού, προκαλώντας ρωγμή στον κανόνα και υπονομεύοντάς τον. Στόχος της μικροϊστορίας, άλλωστε, είναι να προκαλέσει ρωγμές σε μια υποτιθέμενη ομοιογενοποιημένη εμπειρία που συνιστά τον κανόνα.

Η περιθωριακή / έκκεντρη ιστορία μάς βοηθάει να κατανοήσουμε παρόμοιες εμπειρίες που έχουν εξοβελιστεί από την κυρίαρχη αφήγηση: Το πένθος, η μελαγχολία, ο θρήνος, η θλίψη, η μοναξιά ήταν κυρίαρχες εμπειρίες στη ζωή αυτών που φαίνονταν ότι είχαν προσχωρήσει σε μια κανονικότητα. Κάτω από την εικόνα της επιτυχίας υπήρχε ο «πλανήτης Άουσβιτς», ζούσαν δίπλα σε αυτόν, στοιχειωμένοι από τις εμπειρίες του διωγμού και του στρατοπέδου, καταβεβλημένοι από το πένθος για το χαμό των δικών τους.

Η βιογραφική προσέγγιση είναι μια διυποκειμενική ιστορία, η οποία γράφεται μέσα από τη σχέση δύο υποκειμενικοτήτων: της ιστορικού και του βιογραφούμενου υποκειμένου. Η βιογραφική αφήγηση της Ρίκας Μπενβενίστε αντλεί από την έννοια της ego-histoire, σύμφωνα με την οποία οι όψεις της ταυτότητας της ιστορικού και οι εμπειρίες της είναι παρούσες στο έργο της, στα ερωτήματα που θέτει στο παρελθόν, στις υποθέσεις εργασίας. Η υποκειμενικότητα του ιστορικού υπάρχει στο έργο του, αλλά μέχρι τη στροφή στη μικροϊστορία, τη φεμινιστική ιστορία και την προφορική ιστορία δεν είχε αναγνωριστεί ο ρόλος της υποκειμενικότητάς του στη συγγραφή της ιστορίας. Όσο περισσότερο αποστασιοποιημένος ήταν ο ιστορικός, όσο λιγότερο, δηλαδή, αναγνωριζόταν η εμπλοκή της ταυτότητάς του στην επιλογή του θέματος, στα ερωτήματα που έθετε και στην ερμηνεία του παρελθόντος, τόσο περισσότερο αντικειμενική θεωρούνταν η ιστορία που έγραφε.

Μία ακόμα όψη της διυποκειμενικότητας αφορά τη συζήτηση που διεξάγει η κοινότητα των ιστορικών οι οποίοι/ες μελετούν τη Shoah μέσα από μαρτυρίες κυρίως. Στα πρώτα μεγάλα ψηφιακά αρχεία προφορικών μαρτυριών για τη γενοκτονία, η υποκείμενη υπόθεση στη συγκρότησή τους ήταν είτε ότι η εβραϊκή ταυτότητα είχε ολοκληρωτικά απορροφηθεί από το Ολοκαύτωμα και ότι οι επιζώντες συνέχιζαν να ζουν στο «πλανήτη Άουσβιτς», αποκομμένοι από την καθημερινή ζωή (Fortunoff Video Archive of Holocaust Testimonies at Yale University), είτε μια εκδοχή του Ολοκαυτώματος (Visual History Archive at the University of Southern California Shoah Foundation), σύμφωνα με την οποία ο θρίαμβος της επιβίωσης αναγορεύεται σε κύριο άξονα μέσα από τον οποίο οργανώνεται η μαρτυρία. Η αναπαράσταση των επιζώντων ως νικητών της ζωής μετριάζεται στο βιβλίο της Ρίκας Μπενβενίστε, καθώς δείχνει πόσο σύνθετη και πολύμορφη είναι η ταυτότητα των επιζώντων.

Μέσω της «έκκεντρης» ιστορίας φωτίζονται, τελικά, πτυχές της ιστορίας που είχαν παραμείνει σκοτεινές, και αναδεικνύονται όψεις μιας συλλογικής εμπειρίας πόνου, που κρυβόταν από μία «επιτυχημένη» αποκατάσταση, μια «νέα αρχή», παιδιά, οικογένεια.

Μπολιάζοντας τη μικροϊστορική προσέγγιση με τη βιογραφική και την αυτοβιογραφική οπτική, το βιβλίο δημιουργεί ένα καινούργιο ιστοριογραφικό είδος συμβάλλοντας έτσι σημαντικά στην ανανέωση της ιστοριογραφίας της Shoah αλλά και ευρύτερα της ιστοριογραφίας. Η τάση για επιστροφή σε μια θετικιστική ιστορία, η οποία μελετά το διωγμό των Εβραίων από τη σκοπιά των Αρχών Κατοχής και των συνεργατών τους, ενέχει πάντοτε τον κίνδυνο να υιοθετήσουμε την οπτική του θύτη, όπως παρατηρεί ο Ομέρ Μπάρτοφ (Omer Bartov). Από μια τέτοια ματιά μάς απομακρύνει το βιβλίο της Ρίκας Μπενβενίστε συνυφαίνοντας την ιστορία της Λούνας με τη συλλογική εμπειρία και την ιστορία των μεταπολεμικών χρόνων.

Σημειώσεις

1 Πάνελ με τίτλο “How owns history?” στο 21ο Διεθνές Συνέδριο των Ιστορικών Επιστημών στο Άμστερνταμ το 2010. (Ιδιαιτέρως, Anton de Baets “Posthumous Privacy”. Επίσης, πάνελ “The Rights of the Dead”. Ανακτήθηκε από: www.ichs2010.org/home.asp. Βλ. Carolyn Steedman, An Everyday Life of the English Working Class: Work, Self and Sociability in the Early Nineteenth Century, Cambridge University Press, 2013, σελ. 3.