«Φτου, και βγήκα!» (;). Η έξοδος απ’ την «ντουλάπα», με ενδιάμεσο σταθμό τη Μυτιλήνη

 

Maria Quef

 


 

Περίληψη

Το κείμενο αυτό παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στην ημερίδα του ΠΜΣ «Φύλο, Πολιτισμός και Κοινωνία» του Πανεπιστημίου Αιγαίου με τίτλο «Η Οπτική του Φύλου στο Πανεπιστήμιο. Μια Αναστοχαστική Προσέγγιση», στη Μυτιλήνη τον Μάιο του 2019, σε μια απόπειρα αποτίμησης της εμπειρίας μου από την παρακολούθηση του Μεταπτυχιακού Προγράμματος Σπουδών: «Γυναίκες και φύλα: Ανθρωπολογικές και Ιστορικές Προσεγγίσεις». Στα φεμινιστιqά δημοσιεύεται μια δεύτερη επεξεργασμένη μορφή του. Σε κάθε περίπτωση και ενώ το κείμενο υπογράφεται από μια απόφοιτη ακαδημαϊκού προγράμματος, αυτό δεν φιλοδοξεί να χαρακτηριστεί ακαδημαϊκό με τη στενή έννοια του όρου. Σκοπός του είναι να περιγράψει τη βιωμένη εμπειρία της φοίτησης στο συγκεκριμένο πρόγραμμα, παρουσιάζοντας ορισμένες πτυχές των επιδράσεων που μπορεί να έχει αυτή στις προσωπικές και επαγγελματικές επιλογές κάποιου ατόμου, διατυπώνοντας ταυτόχρονα ένα πολιτικό σχόλιο για το σύγχρονο ελληνικό συμφραζόμενο. Οι έννοιες που κυρίως πραγματεύομαι στο κείμενο αυτό είναι οι έννοιες του ασφαλούς / ασφαλέστερου χώρου, της δικτύωσης και της κοινότητας, του φεμινισμού και της ανοικτότητας / κλειστότητας πλευρών της ταυτότητας ενός υποκειμένου.

 

Το κείμενο αυτό αφιερώνεται στη μνήμη δύο ανθρώπων,
με τις οποίες μοιραστήκαμε στο Beaver ‒και όχι μόνο‒
στιγμές, χαρές, χορούς και συγκινήσεις:
του Ζακ Κωστόπουλου/Zackie Oh και της Λιόπης Αμπατζή

 

Ο δρόμος ως το ΠΜΣ «Γυναίκες και Φύλα: Ανθρωπολογικές και Ιστορικές προσεγγίσεις»

Πριν από λίγα χρόνια, σε ένα δημόσιο νηπιαγωγείο της Αθήνας ακούστηκε η εξής φράση, αναφορικά με το καινούργιο, ασύμμετρο κούρεμα της εκπαιδευτικού της τάξης:

«Κυρία, από αυτή την πλευρά είσαι σαν αγόρι και από αυτή σαν κορίτσι».

Η νηπιαγωγός στην προκειμένη περίπτωση ήταν η γράφουσα και η «μπερδεμένη» έμφυλη επιτέλεσή της μέσα στη σχολική τάξη και μέσω της κόμμωσής της απείχε αρκετά από τη νεοδιόριστη γυναίκα που τον Αύγουστο του 2007 έφτασε στη Λέσβο για να δουλέψει σε κάποιο σχολείο του νησιού, ενώ τον Οκτώβριο του 2008 άρχισε να παρακολουθεί το ΠΜΣ «Γυναίκες και Φύλα: Ανθρωπολογικές και Ιστορικές Προσεγγίσεις», το οποίο αργότερα μετονομάστηκε σε «Φύλο, Πολιτισμός και Κοινωνία».

«Φτου, και βγήκα!» λοιπόν; Ο τίτλος του άρθρου φέρει ερωτηματικό, φέρει, δηλαδή, ένα δισταγμό στο να δηλώσει αποφασιστικά μια έξοδο, και στις σελίδες που ακολουθούν θα προσπαθήσω να εξηγήσω γιατί. Ο τίτλος αυτός «παίζει» με τον τίτλο της διπλωματικής μου εργασίας «Φτου και βγαίνω!: Αφηγήσεις για το coming out και γλωσσική επιτέλεση της σεξουαλικότητας». Στην εργασία αυτή πήρα συνεντεύξεις από γκέι και λεσβίες, που το 2009 ζούσαν στην Αθήνα και μου αφηγήθηκαν τις εμπειρίες τους από coming out στα οποία είχαν κατά καιρούς προχωρήσει. Μου μίλησαν κυρίως για τη λεκτική αποκάλυψη της σεξουαλικής τους ταυτότητας σε κοντινά τους άτομα, όπως γονείς, αδέρφια, φίλοι/ες, επαγγελματικό περιβάλλον, άτομα σημαντικά για τις /ους συνομιλήτριες/τές μου, που σηματοδότησε για τις σχέσεις τους μια νέα εκδοχή αυτών των σχέσεων, με παρούσα πλέον την μη ρητή μέχρι τότε και άρα απούσα σεξουαλική τους επιθυμία. Με άλλα λόγια, υποστήριξα ότι η λεσβιακή / γκέι ταυτότητα σε κάποιο πλαίσιο επιτελείται αμέσως μετά τη λεκτική της εκφώνηση. Το θέμα της εργασίας αυτής ήταν και θέμα της δικής μου ζωής την εποχή εκείνη. Εκ των υστέρων διαπίστωσα ότι η επιλογή αυτού του θέματος ήταν, σε ένα δευτερογενές επίπεδο διεργασίας, μια επιλογή που βοηθούσε και τη δική μου διαδικασία coming out. Με κάποιον τρόπο αναζητούσα τρόπους «εξόδου από την ντουλάπα» ή την επιβεβαίωση ότι υπάρχουν κι άλλα άτομα που δυσκολεύονται να είναι ανοιχτά στα περιβάλλοντά τους ως προς τη σεξουαλική τους επιθυμία. Το ΠΜΣ αυτό, λοιπόν, έδωσε μια ώθηση στις διαδικασίες που αφορούσαν κυρίως την προσωπική μου ζωή, αλλά σαν ντόμινο ή σαν αλληλένδετος κρίκος διαμόρφωσε τις πολιτικές και επαγγελματικές μου επιλογές.

Όταν το 2008 επιδίωκα να πετύχω την εισαγωγή μου στο μεταπτυχιακό αυτό πρόγραμμα, δεν είχα κάποιο συγκεκριμένο πλάνο ‒ακαδημαϊκό ή πολιτικό‒ και η αλήθεια είναι δεν ήμουν καν σίγουρη γιατί το επιδιώκω. Ήξερα μόνο ότι το συγκεκριμένο αντικείμενο σπουδών φάνταζε στα μάτια μου πολύ ελκυστικό και θα εξηγήσω τι εννοώ με αυτό. Έχοντας τότε πολύ λίγα χρόνια εμπειρίας ως νηπιαγωγός σε δημόσιο σχολείο, έβλεπα και ήξερα, χωρίς να το ορίζω με αυτούς τους όρους ακριβώς, ότι η επιρροή της κατηγορίας του φύλου στις εκπαιδευτικές διαδικασίες είναι πολύ σημαντική, ενώ την ίδια ώρα είναι ιδιαιτέρως παραγκωνισμένη στο σύγχρονο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα από τους ίδιους και τις ίδιες τους/τις εκπαιδευτικούς. Με λίγα λόγια, στο δημόσιο σχολείο1 όχι μόνο συνέχιζαν και συνεχίζουν να αναπαράγονται τα έμφυλα στερεότυπα, αλλά έμοιαζε και σχεδόν κανείς/καμία να μην ενδιαφέρεται να κάνει κάτι για να αλλάξει αυτό. Γιατί ακόμη κι αν δεν έχουμε εγχειρίδια στο νηπιαγωγείο και δουλεύουμε με βάση κυρίως τα ενδιαφέροντα παιδιών και νηπιαγωγού, εξακολουθούν να αναπαράγονται απόψεις για αγορίστικα και κοριτσίστικα παιχνίδια, χρώματα, ρούχα και ρόλους εν γένει. Και αν το ζήτημα των έμφυλων στερεοτύπων δεν αμφισβητείται ιδιαιτέρως και περνά σαν αυτονόητο, όσον αφορά το ζήτημα της σεξουαλικής προτίμησης, η κατάσταση είναι σχεδόν στο σημείο μηδέν, καθώς η ομοφοβία αποτελεί μια καθημερινότητα για ενηλίκους και ανήλικα.

Αυτός ήταν, λοιπόν, αρχικά και ο λόγος που επικαλέστηκα για την εισαγωγή μου στο εν λόγω πρόγραμμα: η ενδυνάμωση στο κομμάτι της δουλειάς μου και η ενίσχυση της οπτικής μου με νέα αναλυτικά εργαλεία και δη στο παραγκωνισμένο ζήτημα των έμφυλων σχέσεων. Όταν όμως ολοκλήρωσα το πρόγραμμα ή και νωρίτερα ακόμα, ενόσω βρισκόταν σε εξέλιξη η έρευνά μου για τη διπλωματική μου εργασία, άρχισα να υποψιάζομαι ότι με κάποιον τρόπο μάλλον «εκμεταλλευόμουν» το πρόγραμμα και για μία προσωπική μου ανάγκη.

Για την ακρίβεια, την περίοδο πριν από το πρόγραμμα, δεν θα την περιέγραφα ακριβώς ως μια περίοδο ανοικτότητας ως προς τη σεξουαλική μου ταυτότητα: Ήταν μάλλον πιο κοντά σε μια κατάσταση που σε γενικές γραμμές μπορεί να περιγραφεί ως «είμαι καιρό στην ντουλάπα και έχω βολευτεί, αλλά κάπως δεν με χωράει και τόσο πολύ, θέλω να βγω, αλλά φοβάμαι τι θα πουν και οι άνθρωποι που είναι απ’ έξω και με περιμένουν». Και δεν αναφέρομαι στους ανθρώπους έτσι γενικώς, αλλά κυρίως στο περιβάλλον μου, το οικογενειακό, το φιλικό, το επαγγελματικό, στο οποίο δεν εκμυστηρευόμουν την αλήθεια της σεξουαλικής μου επιθυμίας. Στην περίοδο μετά το ΠΜΣ δεν μπορώ να πω ότι αυτόματα μπήκα στον «παράδεισο της ανοικτότητας». όμως, σίγουρα ζω πιο ανοικτά τη σεξουαλική μου επιλογή, αφού έφτασα στο σημείο να συμμετέχω ανοιχτά με αυτό το κείμενο σε μια δημόσια εκδήλωση στη Μυτιλήνη και να είμαι μέλος μιας ανοιχτά κουίρ κολεκτίβας, κινήσεις που κατά καιρούς μού δημιουργούν ενδοιασμούς στο κατά πόσο μπορεί να «φανερώσουν» τη σεξουαλική μου ταυτότητα, όμως σίγουρα αυτοί οι ενδοιασμοί είναι λιγότεροι από παλιά και δεν αποτρέπουν, τελικά, τις συγκεκριμένες ενέργειες.

 

Η ζωή μετά

Κάνοντας αυτή την ανασκόπηση και αναδεικνύοντας τη συμβολή του ΠΜΣ στις προσωπικές ενεργοποιήσεις, τις πολιτικές κινητοποιήσεις και τις επαγγελματικές μετατοπίσεις μου, προσπάθησα να διατυπώσω πιο ξεκάθαρα τους τρόπους με τους οποίους το μεταπτυχιακό αυτό κατέστη κομβικό σημείο της ζωής μου. Τρία είναι τα πεδία όπου εντόπισα κρίσιμες απαντήσεις σε αυτό το ζήτημα: Ο ασφαλής / ασφαλέστερος χώρος (safe[r] space), ο φεμινισμός ως εργαλείο πολιτικοποίησης και η δικτύωση / κοινότητα. Τα τρία αυτά πεδία παράγουν και παράγονται το ένα από το άλλο. Τον ασφαλέστερο χώρο, που είναι για μένα το κεντρικό σημείο αυτής της ανάλυσης, δεν θα ήταν δυνατό να επιδιώξω να τον δημιουργήσω σε άλλο πλαίσιο χωρίς τη συμβολή της φεμινιστικής πολιτικοποίησης των έμφυλων και σεξουαλικών ταυτοτήτων και χωρίς τη βοήθεια της δικτύωσης-διασύνδεσης με άλλα άτομα που έχουν ανάλογες ανησυχίες και με πολλά από τα οποία πλέον νιώθω να είμαι στην ίδια κοινότητα. Θα εξηγήσω αμέσως τι εννοώ.

Το περιβάλλον αυτού του μεταπτυχιακού, όπου οι συζητήσεις ξεκίνησαν από τη διάκριση ανάμεσα στο βιολογικό και το κοινωνικό φύλο, προχώρησαν στην επιτέλεση του φύλου και της σεξουαλικότητας καθώς και στην ιστορικοποίηση αυτών, ήταν για μένα ο πρώτος ευρύς δημόσιος χώρος μέσα στον οποίο ένιωθα άνετα να συζητήσω το οτιδήποτε για αυτά τα θέματα, είτε προσωπικό είτε πολιτικό, και να επιτελέσω πιο άνετα τη σεξουαλική μου ταυτότητα. Ένιωσα αυτό που αργότερα περιέγραψε ένας πληροφορητής μου στην έρευνα:

«Είναι σαν να ’σαι γαϊδούρι και να έχεις στο σαμάρι σου πολλά φορτία, και κάθε coming out που κάνεις, να ελευθερώνεσαι και από ένα φορτίο. Ώσπου αποκτάς φτερά και πετάς και γίνεσαι ελεύθερος και ευτυχισμένος».

Ήταν, λοιπόν, το πρώτο μεγάλο φορτίο που πέταξα από το σαμάρι μου και η αρχή για να πετάξω και άλλα στη συνέχεια, αλλά όχι όλα, καθώς τα πράγματα δεν είναι πάντα τόσο απλά. Εκεί ένιωσα ασφαλής να εκφράσω τη σεξουαλική μου επιθυμία και να διαπιστώσω ότι υπάρχουν και άνθρωποι στους οποίους είναι αποδεκτή, σε αντίθεση με αυτό που πίστευα, ότι η ομοφοβία είναι παντού και θα με κατασπαράξει. Το ίδιο χρονικό διάστημα όμως και λίγες δεκάδες μέτρα πιο πέρα από το κτήριο της οδού Καραντώνη, όπου διεξάγονταν τα μαθήματα του προγράμματος, ζούσα μια παράλληλη ζωή, αυτήν της νηπιαγωγού, αφημένη ακόμα στην κλειστότητα της ντουλάπας.

Στον εργασιακό μου χώρο δεν έχω υπάρξει ακόμη άνετη με τη σεξουαλική μου ταυτότητα, όπως δεν έχω υπάρξει ‒όσο θα επιθυμούσα‒ αρκετά δυναμική στην καταπολέμηση των έμφυλων διακρίσεων και του σεξιστικού, ομοφοβικού-τρανσφοβικού και ρατσιστικού λόγου που εκφέρεται από συναδέλφισσες, γονείς και παιδιά. Πράγματι, ο χώρος της δημόσιας πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης δεν είναι ο πιο προοδευτικός, παρόλο που, κατά τη γνώμη μου, αυτό ακριβώς θα έπρεπε να είναι, τόσο από την πλευρά του θεσμικού του ρόλου, όσο και από την πλευρά του ρόλου των εκπαιδευτικών ως ατόμων που με τα λόγια και τις πράξεις τους συμβάλλουν στη δημιουργία της παιδικής προσωπικότητας. Σιγά σιγά γίνονται βήματα, τα οποία προσκρούουν στις ιδεολογικές αντιδράσεις ενός σημαντικού κομματιού της κοινωνίας, που απορρίπτει ό,τι δεν περιλαμβάνεται σε κανονιστικά στερεότυπα και στην προχειρότητα με την οποία το κράτος αντιμετωπίζει ανάλογα θέματα, αδυνατώντας κατά τη γνώμη μου να συγκρουστεί με το παραπάνω κομμάτι της κοινωνίας και να βοηθήσει στην κατάλυση στερεοτύπων σχετικά με το φύλο, τη σεξουαλικότητα, τη φυλή, τη θρησκεία, τα οποία δημιουργούν καταπιεστικές και βίαιες συνθήκες διαβίωσης για ένα άλλο πολύ μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας. Αυτή τη θεσμική, ουσιαστικά, απουσία προάσπισης θεμελιωδών ανθρώπινων δικαιωμάτων έρχεται να καλύψει η δράση ανεξάρτητων ακτιβιστικών ομάδων εκπαιδευτικών, όπως αυτή του «Πολύχρωμου Σχολείου».2

Την ίδια ώρα η πολιτεία θα μπορούσε να απορροφήσει απόφοιτες/ους του εν λόγω μεταπτυχιακού προγράμματος για να διδάσκουν σε μόνιμη βάση, να τις/τους αναγνωρίσει ως εξειδικευμένες/ους επαγγελματίες στον τομέα αυτό, δίνοντας έτσι και μια λύση στο επαγγελματικό αδιέξοδό τους. Αλλά αν αυτά ήταν ψιλά γράμματα επί αριστερής κυβέρνησης και μπορούσαμε να τα οραματιζόμαστε και να τα διεκδικούμε ‒έστω για ένα πιο μακρινό μέλλον‒, στην παρούσα πολιτική συγκυρία δεν υπάρχει καμία τέτοια ελπίδα, τη στιγμή μάλιστα που η σημερινή υπουργός Θρησκευμάτων και ίσως Παιδείας καταργεί εντελώς τις θεματικές εβδομάδες και κόπτεται κυρίως για το αν θα πηγαίνουμε σίγουρα εκκλησία στη γιορτή των Τριών Ιεραρχών ή κωλυσιεργεί στην απαλοιφή του θρησκεύματος των μαθητριών/των από τα σχολικά τους έγγραφα και κόπτεται για την αναγραφή της διαγωγής των παιδιών στα απολυτήρια και, ακόμη χειρότερα, «κλείνει τα μάτια» όταν τοπικοί άρχοντες, αφουγκραζόμενοι τις ανησυχίες εκκλησιαστικών κύκλων,3 παρεμβαίνουν και διακόπτουν επιμορφωτικά σεμινάρια για την εξάλειψη των διακρίσεων στα σχολεία (Μαστοράς, 2020).

Εγώ με τη σειρά μου, που έχω κάνει αυτές τις «παραγνωρισμένες» σπουδές φύλου και οι οποίες με βοήθησαν να κατακτήσω φεμινιστικά εργαλεία που μπορώ να αξιοποιήσω στην εκπαίδευση, προσπαθώ να δημιουργώ ασφαλέστερους χώρους μέσα στην τάξη, ιδανικά για όλα τα παιδιά και κυρίως για αυτά των οποίων οι έμφυλες επιτελέσεις αποτελούν συχνά χώρο εξάσκησης βίαιων και εκφοβιστικών συμπεριφορών εναντίον τους από τους συμμαθητές τους, ακόμη και σε αυτή την ηλικία. Ο τρόπος είναι η εφαρμογή φεμινιστικών πρακτικών στην καθημερινότητα της τάξης, που μεταφράζονται σε συμπερίληψη όλων των παιδιών και σε έμφαση στα ενδιαφέροντά τους, σε αποφυγή έμφυλα διαχωρισμένων δραστηριοτήτων και παιχνιδιών (αγορίστικο, κοριτσίστικο παιχνίδι), σε άτσαλες καμιά φορά αντιδράσεις στο άκουσμα της φράσης «μα αυτό είναι κοριτσίστικο χρώμα» ‒και εγώ να απαντάω πως «όλα τα χρώματα είναι για όλα τα παιδιά»‒, σε χρήση αρσενικού και θηλυκού στο λόγο μου ή περισσότερο του ουδέτερου, σε προσεκτική επιλογή των αναγνωσμάτων με στόχο κυρίως βιβλία που δεν αναπαράγουν όλα μα όλα τα έμφυλα στερεότυπα, σε αποφυγή διαχωρισμού ομάδων εργασίας με βάση το φύλο και ‒όπου μπορώ να το περάσω και στις συνεδέλφισσες‒ αυτή η αποφυγή να επεκτείνεται και στις τουαλέτες, σε ένδειξη από μέρους μου χαράς ‒αντί για έκπληξη ή απόρριψη‒, όταν ένα παιδί αποφασίζει να ντυθεί τις Απόκριες με κάποια στολή που στερεοτυπικά είναι του αντίθετου φύλου. Όμως, προσπαθώ η ανοικτότητα και η αποδοχή να επεκτείνονται και πέραν της έμφυλης διαφοράς, γι’ αυτό αποφεύγω τις προσευχές και τις γενικότερες θρησκευτικές αναφορές, καθώς δεν θεωρώ ότι το σχολείο είναι τόπος θρησκευτικής κατήχησης, προσπαθώ όμως να δημιουργήσω τις συνθήκες ώστε το κάθε παιδί που θέλει να εκφραστεί σύμφωνα με τη θρησκεία του να μπορεί να το κάνει, όποια κι αν είναι αυτή. Ακόμη, όπου οι συνθήκες το επιτρέπουν, στις εθνικές εορτές ετοιμάζουμε κάτι που δίνει έμφαση σε αξίες όπως η ειρήνη, η αγάπη, η ελευθερία, αντί να καλλιεργείται η μισαλλοδοξία μέσα από στιχάκια και τραγούδια εχθρικά προς άλλους λαούς.

Όμως, εκπαιδευτικό περιβάλλον δεν είναι μόνο η επίσημη εκπαιδευτική πολιτική. Είναι και οι γονείς των παιδιών, τα παιδιά, οι συνάδελφοι και οι συναδέλφισσες, υποκείμενα από τα οποία όλα αυτά τα χρόνια έχω ακούσει πλείστα ομοφοβικά, τρανσφοβικά, ρατσιστικά, χονδροφοβικά σχόλια και γενικότερα σχόλια για την εμφάνιση, σχόλια που αντικατοπτρίζουν μια διάχυτη και γενικευμένη ρητορική μη αποδοχής της όποιας ταυτότητας και χαρακτηριστικού, τα οποία αποκλίνουν αυτού που ονομάζεται «κανονικό», δηλαδή των στρέιτ, cis, Ελλήνων/ίδων, χριστιανών, λευκών και «όμορφων» ανθρώπων. Και η αλήθεια είναι ότι δεν μπορώ να τα αντιμετωπίσω όλα, οπότε προσπαθώ να κάνω μικρά και ελεγχόμενα βήματα. Θεωρώ ότι θα ήμουν πιο τολμηρή στις παρεμβάσεις μου, αν δεν περιλαμβανόμουν σε μια «μη κανονική» κατηγορία ως προς τη σεξουαλικότητα, γεγονός που με κάνει να μη νιώθω άνετα με την πιθανή αποκάλυψη της εν λόγω ταυτότητάς μου στο σχολείο, επειδή σκέφτομαι ότι μπορεί να αντιμετωπίσω προβλήματα μη αποδοχής από κάποιο γονιό ή συναδέλφισσα που δεν με συμπαθεί ή δεν της αρέσε η δουλειά μου και αυτό ‒με τη σειρά του‒ να φέρει προβλήματα στην τάξη μου και στις μαθήτριες και μαθητές μου. Φοβάμαι, δηλαδή, ότι, αν μάθουν πως είμαι λεσβία κι έστω ένα και μόνο άτομο του σχολικού περιβάλλοντος έχει πρόβλημα με αυτό, θα μου δημιουργεί μικρά ή μεγαλύτερα προβλήματα συνέχεια. Αν και με τον καιρό με ενδιαφέρει όλο και λιγότερο αυτό, παρ’ όλα αυτά, συνειδητοποίησα ότι σε αντίστοιχες μη στερεοτυπικές παρεμβάσεις σε σχέση με τη φυλή ή τη θρησκεία δεν έχω τον ίδιο φόβο. Και το συνειδητοποίησα όταν υπήρξα συνομιλήτρια στην έρευνα της φίλης μου, Αγγελικής Σηφάκη (2018), για τις λεσβίες εκπαιδευτικούς ως νομαδικά υποκείμενα.

Ωστόσο, όπως στη Λέσβο, έτσι και στην Αθήνα, όπου ζω και εργάζομαι τα τελευταία δέκα χρόνια, ζω μια παράλληλη, ασφαλέστερη ζωή. Λίγες εκατοντάδες μέτρα μακριά από το σχολείο όπου δουλεύω, φτιάχτηκε και συνεχίζει να λειτουργεί το «Beaver», το δικό μου «διδακτορικό». Το ονομάζω έτσι σαφώς μεταφορικά, καθώς δεν έδωσα συνέχεια στις ακαδημαϊκές μου σπουδές κάνοντας ένα διδακτορικό, αλλά νιώθω πως μετουσίωσα εκεί τα εφόδια που αποκόμισα από το ΠΜΣ: την αναζήτηση ασφαλών χώρων, τον φεμινιστικό τρόπο σκέψης και τη δικτύωση και δημιουργία κοινότητας με άτομα που έχουμε αυτά τα κοινά ενδιαφέροντα. Και έτσι, μέσα από εκδηλώσεις, φεστιβάλ, συζητήσεις, γνώρισα και άλλες γυναίκες με τις οποίες και αρχίσαμε να παίζουμε ερασιτεχνικό μπάσκετ για την πλάκα μας τις Κυριακές στα Πετράλωνα. Μέσα από αυτές τις συναντήσεις προέκυψε και η ιδέα για το «Beaver», ένα γυναικείο συνεργατικό καφέ-μπαρ που φτιάχτηκε από οχτώ κουίρ γυναίκες. Η ιδέα έγινε πρόταση-πρόσκληση, που έγινε συνέλευση και έπειτα από ενάμιση χρόνο συνέλευσης φτιάχτηκε αυτός ο κατά το δυνατόν ασφαλής χώρος που είναι σήμερα.4 Προσωπικά μιλώντας, θα έλεγα ότι πρόκειται για ένα όνειρο που έγινε πραγματικότητα η οποία, σε διάφορες στιγμές, ξεπερνάει τις προσδοκίες του ονείρου. Από μόνη της η δημιουργία ενός χώρου κοινωνικότητας φτιαγμένου από γυναίκες, ενός στεκιού, μπορεί να μη φαντάζει τόσο φαντασμαγορική, όσο μια έδρα σε πανεπιστημιακή σχολή, είναι όμως για μένα ένα μεγάλο επίτευγμα. Όταν ο χώρος αυτός καταφέρνει επιπλέον να γίνει κατά το δυνατόν ασφαλής για όλα τα φύλα, όλες τις σεξουαλικότητες, όλα τα σώματα και να έχει φτιαχτεί και να λειτουργεί με όρους διαφορετικούς από τους κυρίαρχους της αγοράς εργασίας, αναπόφευκτα είναι κάτι που μας γεμίζει χαρά, υπερηφάνεια και πολλές φορές συγκίνηση.

Η φεμινιστική οπτική της ομάδας, εκτός από την προσπάθεια δημιουργίας αυτού του ασφαλέστερου χώρου, πρακτικά υλοποιείται μέσα από την ενίσχυση της γυναικείας και κουίρ δημιουργικότητας, με τη διοργάνωση πολλών παρουσιάσεων βιβλίων ακαδημαϊκού και λογοτεχνικού ενδιαφέροντος, με εκθέσεις φωτογραφίας και άλλων δημιουργημάτων, με συναντήσεις ποιητικών αναγνώσεων, με μουσικές κουίρ βραδιές και performances, με συμμετοχή ή συνδιοργάνωση σε κουίρ-φεμινιστικά φεστιβάλ και με αρκετές εκδηλώσεις αλληλεγγύης σε ανθρώπους και ζώα, για να βοηθήσουμε, για παράδειγμα, μαζεύοντας κάποιο χρηματικό ποσό για τη θεραπεία των ζώων ή για να βγάλουν οι άνθρωποι διαβατήριο και να φύγουν σε άλλη χώρα της Ευρώπης. Δυστυχώς, σε κάποιες περιπτώσεις πραγματοποιούμε τέτοιες εκδηλώσεις για να συνδράμουμε οικονομικά στα έξοδα ενός δικαστικού αγώνα –που ακόμα δεν έχει ξεκινήσει‒ όπως αυτός που αφορά την απονομή δικαιοσύνης του δολοφονημένου φίλου μας Ζακ, της Zackie Oh. Όλες αυτές οι στιγμές, τα «ευχαριστώ» που ακούγονται, οι φράσεις όπως «δεν θυμάμαι πώς ήταν πριν το “Beaver”» αποτελούν μια μεγάλη ηθική ανταμοιβή για εμάς που φτιάξαμε αυτόν το χώρο.

Θα ήθελα να αναφερθώ τέλος και στη δικτύωση που μου προσέφερε η φοίτησή μου στο ΠΜΣ και η οποία, στην επιστροφή μου στην Αθήνα ως απόφαση πολιτική, με οδήγησε σε μια αλυσίδα δράσεων και στην ένταξή μου σε μια κοινότητα ασφάλειας και κατανόησης, μοιράσματος πολιτικών απόψεων, διαφωνιών, τσακωμών, αγώνων για δικαιοσύνη και ορατότητα, μια ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας που, όταν ζεις για λίγο καιρό μακριά της, νιώθεις ακόμη περισσότερο την ανάγκη ύπαρξής της στη ζωή σου. Τα άτομα που γνώρισα στη Μυτιλήνη, τα συνάντησα και στην Αθήνα και μέσω αυτών γνώρισα άλλα και συμμετείχα σε δράσεις φεμινιστικών ομάδων, κουίρ φεστιβάλ, συνδημιούργησα μια ακαδημαϊκή ομάδα φύλου και συνεπιμελήθηκα ένα βιβλίο, βοήθησα και συμμετείχα στο θερινό σχολείο για τη γλώσσα, το φύλο και τη σεξουαλικότητα στην Ερεσσό5 και, όπως ανέφερα παραπάνω, συνδημιούργησα το «Beaver».

Ο ασφαλέστερος χώρος (safer space), ο φεμινισμός ως εργαλείο πολιτικοποίησης και η δικτύωση, τα εφόδια που αποκόμισα από το ΠΜΣ Γυναίκες και Φύλα: «Ανθρωπολογικές και Ιστορικές προσεγγίσεις» συντέλεσαν σε μια πολύ σημαντική ενδυνάμωση που με μετατόπισε και με κινητοποίησε τόσο προσωπικά όσο και κοινωνικά/επαγγελματικά, μου έδωσε αυτό το «σπρώξιμο» που χρειαζόμουν εκείνη τη χρονική στιγμή στη ζωή μου. Είμαι σίγουρη ότι δεν είμαι η μόνη που της συνέβη αυτό. Φυσικά, λοιπόν, και είναι πολύ σημαντική η οπτική του φύλου στο πανεπιστήμιο και μακάρι και με τη συνδρομή όλων μας να διαχυθεί αυτή η οπτική ευρέως σε όλη την εκπαίδευση με τρόπο οργανωμένο, με σωστή εκπαίδευση και ανάλογη ευαισθησία, για να μπορούμε να είμαστε ανοιχτά λεσβίες και γκέι δάσκαλοι, τρανς και ίντερσεξ παιδιά, χοντρές και ανορεξικοί, ντραγκκουίνες και μεταναστόπουλα, χωρίς να θρηνούμε αυτοκτονίες παιδιών που υφίστανται bullying και δεν έχουν πού να μιλήσουν και να φοβόμαστε ότι στην επόμενη γωνία θα μας την έχουνε στημένη. Γιατί, όσο τα πράγματα προχωράνε και μιλάμε πιο ανοιχτά για τα φύλα, τα σώματα, τις σεξουαλικότητες, τις φυλές σε μια κοινωνική πραγματικότητα σε κρίση, στο άλλο άκρο υπάρχει ένα μεγάλο κομμάτι πληθυσμού που βουτάει βαθιά στο μίσος και στο σκοταδισμό, και προσπαθεί να πολεμήσει με κάθε βίαιο τρόπο αυτό που το φοβίζει, αυτό που ονομάζει διαφορετικό.6 Οπότε, αναρωτιέμαι κι εγώ: Φτου, και βγήκαμε;

 

Οργή και θλίψη, η Zackie θα μας λείψει….

Το μεσημέρι της Παρασκευής 21 Σεπτεμβρίου 2018 μιλούσα στο τηλέφωνο με την πρώην σύντροφό μου, γιατί θα έφευγα εκτός Αθηνών για Σαββατοκύριακο με τη νυν σύντροφό μου και έπρεπε να συνεννοηθούμε, καθώς ανέλαβε να κρατήσει το σκυλί μου για εκείνες τις μέρες. Σχολιάζοντας οι δυο μας αυτό το δίκτυο μεταξύ πρώην, νυν και επόμενων συντρόφων, που ευδοκιμεί στη ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα, η Άννα, ούσα μέσα στο μετρό, ανέφερε κάτι του τύπου «αφού έτσι κάνουμε τα πράγματα οι λεσβίες». Εγώ ανήσυχη τη ρώτησα αν είναι όντως μέσα στο μετρό και αν την ακούνε, και μου είπε: «Τι αγχώνεσαι; Εμένα βλέπουν κι ακούνε, όχι εσένα. Εξάλλου, δεν έχουμε τίποτα να φοβόμαστε…». Την ίδια ώρα, σε απόσταση λίγων δεκάδων μέτρων από εκεί που εκφωνούνταν αυτά τα λόγια, ο Ζακ Κωστόπουλος, η Zackie Oh, δολοφονούταν βάναυσα, χωρίς προφανή λόγο πέρα από το ότι ήταν ανοιχτά και περήφανα μη κανονικός…

 

Σημειώσεις

1 Σχολιάζω εδώ το δημόσιο σχολείο επειδή εργάζομαι σε αυτό, χωρίς να το αντιπαραθέτω με το ιδιωτικό σχολείο, στο οποίο θεωρώ ότι οι συνθήκες είναι παρόμοιες σε σχέση με τις έμφυλες και σεξουαλικές ταυτότητες.

6 Για παράδειγμα, την ώρα που (ξανα)γράφονται αυτές οι γραμμές, στα σύνορα της Ελλάδος με την Τουρκία στις Καστανιές Έβρου, έχουν εγκλωβιστεί εκατοντάδες πρόσφυγες, χρησιμοποιούμενοι από το τουρκικό κράτος ως μέσο πίεσης προς την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτός ο εγκλωβισμός των άμαχων προσφύγων, διέγειρε τα ρατσιστικά ένστικτα μεγάλου μέρους της ελληνικής κοινωνίας το οποίο ανέπτυξε ένα λόγο μίσους απέναντι στον προσφυγικό πληθυσμό καθώς τον θεώρησε εθνική απειλή και εχθρό.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ξενόγλωσση

Sifaki, A. (2018). Greek lesbian teachers: School, nation, family [Διδακτορική διατριβή, Utrecht University]. Utrecht University Repository.

Ελληνόγλωσση

Μάστορας, Ν. (2020, 3 Φεβρουαρίου). Η ανα-θεματική εβδομάδα και το τέλος της «έμφυλης» ταυτότητας. Alfavita. https://www.alfavita.gr/ekpaideysi/311235_i-ana-thematiki-ebdomada-kai-telos-tis-emfylis-taytotitas.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Η Maria Qef σταμάτησε πριν από λίγα χρόνια να παίζει ερασιτεχνικό μπάσκετ τις Κυριακές γιατί μαζί με κάποιες από τις συμπαίκτριές της φτιάξανε το «Beaver», όπου εκεί σερβίρουν καφέδες, ποτά, ενίοτε η ίδια βάζει ελληνική μουσική και όλες μαζί οργανώνουν διάφορα events που προωθούν τη γυναικεία και κουίρ δημιουργικότητα. Όλα αυτά στα διαλείμματα της ζωής της ως εκπαιδευτικού.

Είναι απόφοιτη του ΠΜΣ «Γυναίκες και φύλα: Ανθρωπολογικές και ιστορικές προσεγγίσεις» του Τμήματος Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου.

e-mail: kefala_maria@yahoo.gr