Για ένα δικό της όνομα: Το φύλο της αριστερής μελαγχολίας. Για το βιβλίο ΤΙΝΑ, η ιστορία μιας ευθυγράμμισης της Άντζελας Δημητρακάκη (Εστία, 2019)

 

Αθηνά Αθανασίου

 


 
Πώς να σε αποκαλέσω χωρίς να σου προσδώσω την ταυτότητα στην οποία θέλει να σε καθηλώσει ο νόμος του ονόματος. Και πώς η επιθυμία μου να σε καλέσω με το όνομά σου επαναλαμβάνει ή αναταράσσει αυτό που λέει το όνομα για το υποκείμενο ως ατελές και αμφιθυμικό αποτέλεσμα περιστάσεων αλλά και για τις περιστάσεις ως συνθήκη ύπαρξης του υποκειμένου. Το όνομα μαρτυρεί πώς μας καλούν, μας αποκαλούν, μας φωνάζουν ή μας «βάζουν τις φωνές». Αυτό το δημόσιο μυστικό ασκείται πάνω μας ακόμη κι όταν του αντιστεκόμαστε, αλλά και αστοχεί να μας κατονομάσει, σε μια επαναληπτική αλυσίδα, της οποίας το μέλλον είναι εν μέρει πάντοτε ανοιχτό.

Στη λογοτεχνία της Άντζελας Δημητρακάκη, το όνομα παίζει με την ταυτότητα και ενίοτε την περιπαίζει, καθώς ονοματίζει κάποιο τραύμα, συνήθως κάποια στοιχειωτική επιπλοκή της αγάπης. Το όνομα της Τίνας είναι ένα κύριο όνομα χωρίς κυριότητα. Η πληγωτική ισχύς των ονομάτων παίρνει εδώ σάρκα και οστά στο διαβόητο ακρωνύμιο ΤΙΝΑ (“There is no alternative”, το δόγμα του νεοφιλευθερισμού) που εξυφαίνεται ως πολιτική οικονομία των σωμάτων, ως νόμος και νομή του οίκου με όρους εθνικής και οικογενειακής οικειότητας.

Το μυθιστόρημα της Δημητρακάκη παρακολουθεί την Τίνα, που «η ζωή της υπήρξε το ανάποδο της ανακάλυψης ότι το προσωπικό είναι πολιτικό»: μια διανοούμενη της Αριστεράς, φεμινίστρια, αλλοπαρμένη κόρη, αποξενωμένη φίλη, μητέρα χωρίς το περιβόητο «δίχτυ» επιβίωσης στην κρίση, που την έχει εγκαταλείψει η ιδέα του μέλλοντος ή που εκείνη ετοιμάζεται να την εγκαταλείψει. Η Τίνα διαφεύγει της οικονομίας του παρόντος. Στην τελική ευθεία, αναταράσσει τις συντεταγμένες της ευθυγράμμισης: τη νοσταλγία, την κληρονομιά, την αισιοδοξία. Επιβιώνει εδώ και καιρό της απώλειας της άλλης: «Και όταν η Τίνα θα στρέψει τα μάτια στο κάθισμα του συνοδηγού και δεν θα δει την Κρήνη, όπως είχε την ελπίδα, θα θρηνήσει».

Το μυθιστόρημα αφορά την ποιητική και την πολιτική του χρόνου, το αδύνατο του πένθους και την επίμονη ατέλεια της επανάστασης. Όπως έγραψε η ίδια η Άντζελα Δημητρακάκη: «Το ΤΙΝΑ είναι μια λογοτεχνική μεταφορά αυτού που ο Βάλτερ Μπένγιαμιν αποκάλεσε κάποτε “αριστερή μελαγχολία”».1 Διαβάζοντας τον όρο αυτό, που ο ίδιος ο Μπένγιαμιν ποτέ δεν διασαφήνισε πλήρως, και που μάλλον σηματοδοτούσε μια δική του αμφιθυμία, η Γουέντι Μπράουν έχει αναλύσει τη συντηρητική υφή της ναρκισσιστικής προσκόλλησης κάποιας Αριστεράς σε «ματαιωμένες υποσχέσεις και χαμένες πυξίδες», που εκδηλώνεται ως νοσταλγία για τα ενοποιημένα αναλυτικά σχήματα και τα μεγάλα αφηγήματα του συνεχούς ιστορικού χρόνου. Ο Ένζο Τραβέρσο, από την άλλη πλευρά, αναγνωρίζει την παραγωγική διάσταση της πολιτικής μελαγχολίας, απηχώντας το επιχείρημα της Τζούντιθ Μπάτλερ για τη μετασχηματιστική επενέργεια της απώλειας. Ας αναλογιστούμε τη σχέση ανάμεσα στην αριστερή μελαγχολία και στο κουίρ πένθος. Γράφει ο Ντάγκλας Κριμπ (Douglas Crimp): «Και βέβαια ακτιβιστική δράση, αλλά και πένθος: πένθος και ακτιβιστική δράση». «Τα φαντάσματα που στοιχειώνουν την Ευρώπη σήμερα», γράφει ο Τραβέρσο, «δεν είναι οι επαναστάσεις του μέλλοντος, αλλά οι ηττημένες επαναστάσεις του παρελθόντος». Το μυθιστόρημα αυτό ανοίγει ένα χώρο για να ιχνηλατήσουμε δυνατότητες του αριστερού φαντασιακού πέρα από τα στερεότυπα δίπολα «μελαγχολία-πολιτική» και «ήττα-επανάσταση».

Η Άντζελα Δημητρακάκη ανέφερε σε συνέντευξή της ότι αφορμή για τη συγγραφή του βιβλίου τής έδωσε το γεγονός της αυτοκτονίας του Βρετανού αριστερού θεωρητικού Μαρκ Φίσερ (Mark Fisher), συγγραφέα του Capitalist Realism: Is there no alternative? (Καπιταλιστικός Ρεαλισμός: Υπάρχει άραγε εναλλακτική; [2009]), τον Ιανουάριο του 2017. Αναφέρει μάλιστα ένα τραγικό συμβάν λίγο πριν, όταν ο Φίσερ ήταν προσκεκλημένος ομιλητής στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου, όπου η ίδια διδάσκει. Σε μια κατάμεστη αίθουσα, ο θεωρητικός δέχτηκε αρκετές επιθέσεις από φοιτητές/ριες και από μέλη του διδακτικού προσωπικού για την άποψή του ότι ως κοινωνικά υποκείμενα είμαστε καταδικασμένα να αναπαράγουμε το σύστημα. Η ίδια αναφέρει ότι προσπάθησε να κατευνάσει τα πνεύματα, αλλά η διαμάχη την επηρέασε βαθιά, «το ότι τα όσα έλεγε (προσπαθώντας μάλιστα να βρει πολιτικό διέξοδο) θεωρήθηκαν προσβολή της δημόσιας αριστερής αιδούς».2 Αναλύοντας τον ρεαλιστικό καπιταλισμό με όρους μιας επιχειρησιακής οντολογίας που γίνεται διάχυτη και διαπεραστική ατμόσφαιρα, ο Μαρκ Φίσερ έγραφε στο Capitalist Realism ότι η ψυχική αγωνία δεν μπορεί επαρκώς να κατανοηθεί ή να φροντιστεί, αν ιδωθεί απλώς και μόνο ως ιδιωτικό πρόβλημα που βασανίζει τραυματισμένα άτομα. Το 2014 εκδόθηκε η συλλογή δοκιμίων του Ghosts of My Life: Writings on Depression, Hauntology and Lost Futures, όπου εστιαζόταν στο θέμα της κατάθλιψης μέσα από τη μουσική, το φιλμ και τη στοιχειολογία / φαντασματολογία (hauntology).

Η δημοσιότητα της αυτοκτονίας διασχίζει το μυθιστόρημα με τη μορφή ενός αρχείου αυτοβιογραφικών σπαραγμάτων: τις αποχαιρετιστήριες επιστολές της Τίνας. Μια από αυτές ‒«δεν φταίτε εσείς. Φταίνε οι συνθήκες»‒ τη γράφει/ξεγράφει/ξαναγράφει μέσα στα τραντάγματα ενός τρένου, καθ’ οδόν προς μια σουηδική κωμόπολη όπου έχει προσκληθεί από ένα πανεπιστήμιο να δώσει διάλεξη. Η διακοπή του τρένου στη μέση του πουθενά, που οφείλεται σε κάποια αυτοκτονία, ανασύρει ίχνη από την πικρή περιπλάνηση του πολιτικού φυγάδα Μπένγιαμιν στα γαλλοϊσπανικά σύνορα τον Μάιο του 1940. Εκκρεμεί η επανάσταση που τραβάει το φρένο στο τρένο της ιστορίας. Περπατώντας προς το campus, η Τίνα παίζει με το ενδεχόμενο να πέσει στη λίμνη και αναλογίζεται τη φυσική της υποθερμίας, απηχώντας την αναχώρηση της Βιρτζίνια Γουλφ τον Μάρτιο του 1941. “Always the years between us, always the years. Always the love. Always the hours”. Μπένγιαμιν και Γουλφ συναρθρώνονται ερήμην τους σε μια κριτική ιστοριογραφία της εξαρθρωμένης χρονικότητας, όπου οι απώλειες και οι ματαιώσεις γίνονται το έδαφος για την εξιλεωτική δυνατότητα μιας επαναστατικής ανασύνταξης του παρόντος.

Η ενεργοποίηση αυτής της εξαρθρωμένης χρονικότητας ως συνθήκης δυνατότητας για μια κριτική του παρόντος διέπει την απόφαση της Τίνας και ως πεσούσας στην άνιση μάχη του καπιταλισμού ενάντια στην κριτική θεωρία. Στη διάλεξη αργότερα, γράφει η Δημητρακάκη, «η πρώτη της φράση θα είναι εντελώς αντιπαιδαγωγική: “Δεν θα μπορέσετε να κατανοήσετε τα όσα θα σας πω”». Και συνεχίζει: «“Ούτε κι εγώ κατανοώ αυτά που θα πω. Δεν έχω την απαιτούμενη φαντασία για ταύτιση. Έχω κοινωνικοποιηθεί με τους ίδιους όρους εξατομικευμένης εμπειρίας όπως κι εσείς”». Μετά τη διάλεξη, παρηγορεί τον εαυτό της μέσα στη νύχτα: «Έλα, δεν είναι όλα τερματικά, κάνε υπομονή». Η δυνατότητα της αυτοκτονίας επιτρέπει στην Τίνα να αντεπεξέρχεται. «Είναι μια μορφή αισιοδοξίας αυτό το πράγμα, η κεκτημένη ταχύτητα», γράφει. Στο μεταξύ, ασχολείται με την επιμέλεια του νέου βιβλίου της, που θα εκδοθεί σε ένα χρόνο, για τον κινηματογράφο και τις πολιτικές ταυτότητες των Βαλκανίων. Έχει αποφασίσει να μην περιμένει μέχρι τα proofs, θέλει απλώς να έχει στείλει το χειρόγραφο. Απαντάει σε επαγγελματικά μέιλ, αρνείται ευγενικά προσκλήσεις σε συνέδρια, «για προσωπικούς λόγους» ή “In solidarity, Tina”.

Οριακά παρούσα, η Τίνα αντεπεξέρχεται: στο νεοφιλελεύθερο πανεπιστήμιο, στο σαρωτικό αίτημα φοιτητών και φοιτητριών για άμεση εκπλήρωση του νοήματος και απόκτηση εφοδίων για αμειβόμενη εργασία, στο υπό διόρθωση βιβλίο της που περιμένει να ολοκληρωθεί, στην αγαπημένη φίλη της, την Ξένια, που «έχει το δώρο της δυνατότητας να παράγει καταπραϋντική ομαλότητα».

Αντεπεξέρχεται, οριακά, και στη φασματική απουσία της Κρήνης, της εφηβικής φίλης της, που σκοτώνεται από μια πέτρα που πετάει ένα άλλο παιδί, και ίσως προοριζόταν για την ίδια την Τίνα. Ήταν διαφορετικές. Μαζί. Με εκείνες τις αδιανόητες διαφορές που τις έβαζαν σε μπελάδες στις κοινότητες της ευθυγράμμισης και στους εμφυλίους της έμφυλης ενηλικίωσης. Για ποια από τις δυο τους προοριζόταν, άραγε, η πέτρα που θα τις χώριζε; Μήπως, καθώς έσκυψε σκασμένη στα γέλια με ένα αστείο που της είπε η Τίνα, η Κρήνη έφαγε την πέτρα στον κρόταφο αντί για κείνη; Ή μήπως ήταν πνιχτό κλάμα αυτό που την έκανε να σκύψει; Ποια παρανάγνωση της ιστορίας του λιθοβολισμού και του ξεφωνήματος θα καταστήσει δυνατή την απόφαση της αυτοκτονίας της Τίνας;

Η Κρήνη, η ανεπανάληπτη, «η προδότρα η Κρήνη», η ευάλωτη ασπίδα της Τίνας, δεν υπάρχει πια, αλλά δεν έχει πεθάνει κιόλας ακριβώς. Ο αφανισμός της, η συνθήκη της απόκρυψής της, η αποκατάσταση της απουσίας της, δεσμεύει την Τίνα στο διηνεκές. Η μετά βίας επιβίωση της Τίνας γίνεται επανορθωτική εξιστόρηση. «Κρήνη, λέει από μέσα της, δεν αντέχω το σκίσιμο».

Το αποχαιρετιστήριο γράμμα στην Κρήνη αρχίζει με «κορίτσι μου» και τελειώνει «σ’ αφήνω, για την ώρα». Σαν για να υπερασπίσει αυτή την πολλαπλή προσωρινότητα του «σ’ αφήνω», η Τίνα, που υπολογίζει το θάνατό της, που υπολογίζει στο θάνατό της, βρίσκεται τώρα μπροστά στο ερώτημα που της απευθύνει το ανοικονόμητο σώμα της Κρήνης: πού να αφήσει, να κληροδοτήσει, να εμπιστευτεί ένα κειμήλιο: το ανθεκτικό ίχνος ή υποκατάστατο για «τα ανείπωτα» που «τα είχε επιτυχώς θάψει σε τάφο μέσα της». Πώς να πεθάνει χωρίς να εγκαταλείψει την Κρήνη σε ένα δεύτερο θάνατο, στην οικονομία του οικείου πένθους.

Η Τίνα παραδέχεται την ήττα, καθώς ψάχνει το μνήμα της Κρήνης, μ’ ένα τριαντάφυλλο στο χέρι. Για να τη δει μια φορά, έστω σε φωτογραφικό χαρτί. «Έστω κι αν η φωτογραφία δεν σ’ έδειχνε όπως θα ήθελες να σε δείχνει, αλλά όπως σ’ έβλεπαν οι άλλοι, όλοι οι άλλοι εκτός από μένα. Τι να γίνει, αυτή η μάχη της φωτογραφίας είχε χαθεί από τότε. Δηλαδή, δεν δόθηκε ποτέ. Δεν την έδωσα εκ μέρους σου. Το παραδέχομαι». Η Τίνα δεν βρίσκει, τελικά, τον τάφο γιατί δεν θυμόταν το όνομα. Εκείνο το κυρίαρχο, το πληγωτικό, το όνομα που της είχαν δώσει παραδίδοντάς τη στη ληξιαρχική γλώσσα της έμφυλης κατάσχεσης. Η Τίνα επιβιώνει στο όνομα της άθαφτης φίλης, της ακατονόμαστης Κρήνης που διεκδίκησε κάποτε ένα δικό της όνομα και περιφέρεται ακόμη μ’ αυτό, παλεύοντας γι’ αυτό, στο παρόν της Τίνας. Σ’ αυτή τη διασάλευση της χρονολογικής τάξης συναντιούνται η αμφίβολη επιβίωση της Τίνας και η εν δυνάμει θανάτωση της Κρήνης.

«Το μόνο “ναι” που μου απομένει είσαι εσύ. Ναι, σε λέω πάντα Κρήνη. Γιατί ήσουν, είσαι και θα είσαι η Κρήνη». Η Τίνα κάνει ένα αλλόκοτο νεύμα προς τη Ρόζα Λούξεμπουργκ, που λίγες ώρες πριν από τη δολοφονία της το 1919 είχε γράψει: «Οι ιστορικές ήττες είναι η τιμή και η δύναμη του διεθνούς σοσιαλισμού. Και γι’ αυτό η μελλοντική νίκη θα ανθήσει μέσα από αυτή την ήττα. “Τάξη επικρατεί στο Βερολίνο!” Ηλίθιοι δήμιοι! Η “τάξη” σας είναι χτισμένη πάνω στην άμμο. Η επανάσταση αύριο “θα υψώσει τη βροντερή φωνή της ως τους ουρανούς”. Τρομαγμένοι θ’ ακούσετε το νικητήριό της σάλπισμα: Ήμουν, είμαι και θα είμαι».

Για την Τίνα, ωστόσο, η επανάσταση δεν έχει βροντερή φωνή και δεν μιλάει σε πρώτο πρόσωπο. «Το μόνο “ναι” που της απομένει», ως ίχνος του παρόντος, είναι η άλλη: μια αδύνατη μοναδικότητα που εκδηλώνεται σαν μετάφραση χωρίς πρωτότυπο: translation, trans, τρανς. Προς το παρόν, το ακατονόμαστο της επανάστασης επανέρχεται ως όνομα της ανοιχτής πληγής που διεκδικεί αναγνώριση και μνήμη.

«Της έχει κολλήσει το Κρήνη», θα έλεγαν οι γονείς της Τίνας διαβάζοντας στη δική τους αποχαιρετιστήρια επιστολή τις αναφορές της στην Κρήνη. Απαντώντας στο αίτημά της να μάθει πώς ήταν η κηδεία, η μητέρα της επαναφέρει την τάξη της σημασίας: «Τι να το κάνεις τώρα το πώς ήταν η κηδεία; Δράμα ήταν. Σημασία έχει ότι έγινε. Χάθηκε το παλικάρι».

Στην ταράτσα του πάρτι, η Τίνα διαγράφει τον ορίζοντα. «Το μόνο “ναι” που μου απομένει είσαι εσύ». Κάπου στο βάθος ακούγεται η Βιρτζίνια Γουλφ στο Mrs Dalloway: “But I still have to face the hours, don’t I? I mean, the hours after the party, and the hours after that…” Μήπως η δυνατότητα της αυτοκτονίας είναι μια παραμελημένη διάσταση της φιλοσοφίας της ιστορίας; Ένα ερώτημα κρυμμένο στην τελευταία λέξη του μυθιστορήματος, για τις άρρητες προσωποπολιτικές ιστορίες που στοιχειώνουν τις κριτικές επιστημολογίες μας.

 

Σημειώσεις

1 Συνέντευξη της Άντζελας Δημητρακάκη στον Θεοδόση Μίχο, Popaganda, 28/03/2019. https://popaganda.gr/art/antzela-dimitrakaki-tina-interview/.

2 Ό.π.